Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ TOYMAKER ΣΤΟ "ART & THE CITY"!


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ TOYMAKER
ΣΤΟ "ART & THE CITY"!

Ο Toymaker στην πρώτη του μετά από καιρό αποκλειστική συνέντευξη μιλάει για όλους και για όλα στο "Art & the City"!

Διαβάστε τη συνέντευξη εδώ.Tweet This

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

ΚΛΟΟΥΝ VII: Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΚΛΟΟΥΝ (ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑ)

"Το χαμηλώνεις λίγο;" είπε η Mary.
Η κόρη της, η Elizabeth, την κοίταξε αρχικά με την δυσαρέσκεια να διαγράφεται έντονη στα μάτια της και στη συνέχεια γύρισε το κουμπί της έντασης στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου.
"Αργούμε πολύ;" ρώτησε παγερά τη μητέρα της.
"Το ξέρω πως δεν είναι εύκολη για σένα η μετακόμιση αλλά ούτε και για μένα είναι εύκολη. Το σπίτι που μας άφησε ο θείος σου όμως και η θέση εργασίας που βρήκα στο νοσοκομείο της Clownville ήταν η καλύτερη λύση. Το ξέρεις πως δεν τα οικονομικά μας δεν είναι και τα καλύτερα."
"Μα Clownville, είναι όνομα αυτό για πόλη;"
"Θα δεις θα σου αρέσει, αρκεί να της δώσεις μια ευκαιρία..."
"Και τι δουλειά είπαμε πως έκανε ο θείος;"
"Κλόουν... Κρίμα που δεν έτυχε να τον γνωρίσεις..."
"Τι άλλο θα έκανε..."
"Απ' ότι έχω διαβάσει το τσίρκο της Clownville είναι από τα πιο γνωστά και μεγάλα της χώρας και οι περισσότεροι κάτοικοι της μικρής πόλης έχουν μια εργασία που σχετίζεται με αυτό."

Τη στιγμή εκείνη είδαν μια πινακίδα που έγραφε: "Καλωσορίσατε στην Clownville"
Δίπλα από το όνομα της πόλης απεικονιζόταν ένας κλόουν.

ΚΛΟΟΥΝ VII

Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΚΛΟΟΥΝ


Μπαίνοντας μέσα στην μικρή πόλη, η Elizabeth δεν πίστευε στα μάτια της... Καταστήματα με είδη ρουχισμού για το τσίρκο, καταστήματα με αξεσουάρ για κλόουν, ακόμα και τα φανάρια έδειχναν έναν κλόουν να στέκεται προσοχή ή να προχωράει όταν το σήμα γινόταν πράσινο...
Η Mary κοιτούσε της διευθύνσεις. Σε μια διασταύρωση έστριψε αριστερά... Λίγο πριν το τέλος του δρόμου σταμάτησε το αυτοκίνητο.
"Εδώ είμαστε..."

Βγήκαν από το αμάξι...
Τώρα στέκονταν έξω από μια διώροφη σχετικά παλιά ξύλινη κατοικία. Παρόλο που ο θείος της Mary είχε πεθάνει εδώ και μερικούς μήνες η αυλή ήταν αρκετά περιποιημένη.
"Έλα δείξε λίγο ενθουσιασμό..." είπε η Mary στην κόρη της.
"Καλά, ότι πεις."

Η Mary έσπρωξε την ξύλινη πόρτα και μπήκε στην αυλή. Η Elizabeth ακολουθούσε...
Προχώρησαν στο λιθόστρωτο μονοπατάκι και έφτασαν στην μεταλλική πόρτα του σπιτιού. Και ο θυρεός φυσικά ήταν ένας... κλόουν.
Η Mary έψαξε στις τσέπες της. Βρήκε το κλειδί. Ξεκλείδωσε και μπήκαν μέσα...

"Είναι φρικτό..." ψιθύρισε η Elizabeth.
Στέκονταν στο χολ. Αριστερά τους ήταν το σαλόνι και η τραπεζαρία. Δεξιά τους μια κλειστή πόρτα οδηγούσε όπως υποψιάστηκε η Mary στην κουζίνα. Μια ξύλινη σκάλα οδηγούσε στο δεύτερο όροφο όπου βρίσκονταν το μπάνιο και οι κρεβατοκάμαρες.

Αυτό που έκανε την Elizabeth να ανατριχιάσει ήταν οι πίνακες και τα κάδρα με τις φωτογραφίες που γέμιζαν τους τοίχους. Παντού εικονίζονταν κλόουν... και στις φωτογραφίες ακόμη, άντρες, γυναίκες, παιδιά... όλοι ντυμένοι σαν κλόουν...
"Νομίζω πως πρέπει να γίνουν μερικές αλλαγές εδώ μέσα..." είπε η Mary.

Τις επόμενες μέρες...

Η Mary αφαίρεσε από τους τοίχους τους πίνακες και τα κάδρα με τους κλόουν... όλα εκτός από δύο...
Το ένα ήταν ένας πίνακας που βρισκόταν στο διάδρομο του δεύτερου ορόφου και απεικόνιζε το θείο της ντυμένο ως κλόουν και το άλλο ήταν μια παλιά ασπρόμαυρη οικογενειακή φωτογραφία στο σαλόνι του σπιτιού με το θείο της, τη γυναίκα του, την μητέρα της και τον πατέρα της...

"Elizabeth έλα να δεις..."
"Τι είναι πάλι;"
Η Mary έδειξε στην κόρη της τη φωτογραφία...
"Κοίτα, ο παππούς σου και η γιαγιά σου!"
"Μα είναι ντυμένοι κλόουν!"
"Ναι, θα πρέπει να ήταν μάλλον από κάποια επίσκεψη στο θείο σου."

Η Elizabeth παρατήρησε τη φωτογραφία...
"Κάτι δεν πάει καλά..."
"Τι εννοείς;"
"Να εδώ... διαγράφονται σκιές... σαν να στέκονταν και άλλα πρόσωπα αλλά αφαιρέθηκαν από την φωτογραφία."
"Δε νομίζω καλή μου να γνώριζαν οι θείοι σου το photoshop... Απλά είναι παλιά η φωτογραφία..."

Η αλήθεια είναι πως μητέρα και κόρη προσαρμόστηκαν καλά και γρήγορα. Η δουλειά της Mary στο νοσοκομείο ήταν καλή και η Elizabeth έκανε γρήγορα φίλους στο σχολείο της.
Όλοι τους αγάπησαν στην Clownville.

Μια νύχτα...

Η Elizabeth ξύπνησε και ανακάθισε στο κρεβάτι της. Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο. Ήταν τρεις το πρωί. Άνοιξε το συρτάρι και έβγαλε τη φωτογραφία του πατέρα της. Της έλειπε τόσο και ας τον είχε γνωρίσει ελάχιστα. Ο πατέρας της είχε πεθάνει όταν ήταν ακόμα πολύ μικρή.
Σηκώθηκε. Η μητέρα της δούλευε νυχτερινή στο νοσοκομείο. Θα πήγαινε να φτιάξει ένα φλιτζάνι τσάι. Βγαίνοντας στο σκοτεινό διάδρομο έψαξε το διακόπτη και άναψε το φως.
Άρχισε να προχωράει όταν το φως τρεμόπαιξε και έσβησε.
"Γαμώτο... τι συμβαίνει τώρα..." Ψηλάφισε τον τοίχο... Κάτι άγγιξε... Κατάλαβε πως ήταν το απαίσιο πορτρέτο του θείου της.
Και τότε ένιωσε ένα χέρι να βγαίνει μέσα από το πορτρέτο και να την αγγίζει.
Έβαλε τις φωνές... Και το φως τότε επανήλθε.

Πήρε βαθιές ανάσες... Έφτασε στο τέρμα του διαδρόμου και πριν κατέβει τις σκάλες κοίταξε με την άκρη του ματιού της το πορτρέτο. Θα έλεγε πως την παρακολουθούσε...

Τελικά δεν έφτιαξε το τσάι αλλά επέστρεψε στο δωμάτιο της.
Ξάπλωσε... Δεν την έπαιρνε ο ύπνος... Γύρισε από την άλλη και τότε αντίκρισε στο κρεβάτι δίπλα της, το θείο της ντυμένο ως κλόουν... με το προσωπό του βαμμένο λευκό... με τα χείλη κόκκινα και με εκείνη την απαίσια πλαστική κόκκινη μύτη.
"Είναι απλά ένα όνειρο..." ψιθύρισε...
"Όχι καλή μου.. η στιγμή έχει έρθει..."
Έκλεισε τα μάτια της και επανέλαβε... "Είναι απλά ένα όνειρο..." Όταν τα άνοιξε ξανά ο θείος της είχε εξαφανιστεί.

Η Elizabeth δε συζήτησε το περιστατικό με τη μητέρα της. Θα την περνούσε για τρελή.

Μια εβδομάδα μετά...

Η Elizabeth καθόταν στο σαλόνι, όταν άκουσε τη μητέρα της να συνομιλεί με κάποιον στο δεύτερο όροφο.
Αρχικά σκέφτηκε πως η μητέρα της μιλάει στο τηλέφωνο αλλά μετά παρατήρησε πως το κινητό της ήταν παρατημένο στο τραπέζι του σαλονιού ενώ η εταιρεία τηλεφωνίας δεν είχε συνδέσει το σταθερό τηλέφωνο.
"Τότε με ποιον μιλάει;" σκέφτηκε.
Ανέβηκε σιγά, σιγά τα σκαλιά που οδηγούσαν στο δεύτερο όροφο.
Φτάνοντας λίγο πριν το τέρμα της σκάλας είδε τη μητέρα της να συνομιλεί με τον πίνακα του θείου της... Χλόμιασε...
Έκανε μικρά βήματα προς τα πίσω πιστεύοντας πως η μητέρα της δεν την είχε αντιληφθεί... αλλά έκανε λάθος.

Το ίδιο απόγευμα το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε...

Η Elizabeth έτρεξε να ανοίξει... Και ούρλιαξε από τη χαρά της...
Ο Paul, ο Peter και η Martha, φίλοι της από το Maine είχαν έρθει για να την επισκεφτούν.

Αρχικά έκαναν μια βόλτα στην πόλη αλλά η Elizabeth για πρώτη φορά ένιωσε άβολα άφου ένιωσε όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω της.
Κάποια στιγμή νόμισε πως άκουσε τους κάτοικους να ψιθυρίζουν... "Ξένοι..."

Όταν επέστρεψαν σπίτι βρήκαν ένα διαφημιστικό φυλλάδιο στην πόρτα του σπιτιού της.
"Η μεγάλη νύχτα των Κλόουν" έγραφε με μεγάλα κόκκινα γράμματα.
Από κάτω απεικονιζόταν ένας κλόουν και δίπλα του αναγραφόταν: "Μόνο για απόψε στο τσίρκο της Clownville".

"Α! Θα πάμε!" είπε είπε ο Peter.
"Εμένα οι κλόουν πάντα με ανατρίχιαζαν..." συνέχισε η Martha.
"Δεν το συζητώ... Θα πάμε..." συγκατένευσε και ο Paul.
Ο Paul ένας ίδιαίτερα γυμνασμένος νεαρός ήταν για ένα διάστημα και το αγόρι της Elizabeth η οποία δεν έπαψε ποτέ να είναι ερωτευμένη μαζί του.
"Εντάξει..." είπε η Elizabeth και φώναξε τη μητέρα της η οποία εκείνη τη μέρα καθόταν. Δεν πήρε απάντηση.

Ανέβηκε στο δεύτερο όροφο και την έψαξε στην κρεβατοκάμαρα της. Εκεί βρήκε ένα σημείωμα.
"Βγήκα για καφέ με συναδέλφους. Μετά θα πάμε στο τσίρκο. Εννοείται πως θα έρθεις. Θα σε βρω εκεί."

Το ίδιο βράδυ...

Το τσίρκο ήταν γεμάτο. Όλοι οι κάτοικοι της Clownville ήταν εκεί για τη "Μεγάλη Νύχτα των Κλόουν".
Η Elizabeth έψαξε τη μητέρα της αλλά δεν κατάφερε να τη βρει.

Κάθισε με τους φίλους της και περίμενε να αρχίσει η παράσταση.

Τα φώτα άναψαν και τρεις ομάδες κλόουν μαζί με μουσικούς βγήκαν στη στρογγυλή σκηνή και άρχισαν τα ακροβατικά τους και τα νούμερα τους.
Το κοινό ζητοκραύγασε...

Είχε περάσει μια ώρα όταν οι κλόουν σταμάτησαν. Οι μουσικοί άρχισαν να χτυπάνε τύμπανα.
Στη μέση της σκηνής μέσα από καπνούς εμφανίστηκε ένας κλόουν αρκετά εύσωμος και μεγάλος σε ηλικία.
Η Elizabeth τον παρατήρησε και έβγαλε μια μικρή κραυγή. "Ο θείος μου... ψιθύρισε... ο νεκρός θείος μου..."
Ο Paul που καθόταν δίπλα της άκουσε την κουβέντα της και την κοίταξε.

Στο κοινό επικράτησε σιωπή. Ο κλόουν άρχισε να μιλάει:
"Κάτοικοι της Clownville είμαστε εδώ για να γιορτάσουμε την επιστροφή και την επανένωση δύο ξεχωριστών μελών μας... της ανιψιάς μου και της κόρης της..."
Η Elizabeth χλόμιασε...
Στη σκηνή τότε εμφανίστηκε η μητέρα της... Ήταν ντυμένη και βαμμένη σαν κλόουν...
Και τότε η Elizabeth και οι φίλοι της είδαν όλους τους κατοίκους ως δια μαγείας να αλλάζουν... τα πρόσωπα τους βάφτηκαν λευκά, τα χείλη τους κόκκινα και απέκτησαν εκείνες τις κόκκινες πλαστικές μύτες. Ήταν όλοι κλόουν...

Η Mary κατευθύνθηκε προς την κόρη της. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο κέντρο της σκηνής. Η Elizabeth που της φαινόντουσαν όλα αυτά τόσο εξωπραγματικά δεν αντέδρασε.
Όπως επίσης δεν συνειδητοποίησε ότι και το δικό της πρόσωπο ήταν πλέον βαμμένο λευκό, ότι είχε κόκκινα χείλη και τη χαρακτηριστική μύτη...

Και τότε το κοινό έδειξε τους φίλους της...
"Ξένοι... Ξένοι..." φώναξαν...

Κάποιοι τους άρπαξαν και τους έσυραν στο κέντρο της σκηνής...
"Ξέρετε τι θα κάνετε μ' αυτούς..." είπε ο θείος της Elizabeth.
Και τότε μια ομάδα κλόουν-κατοίκων που κρατούσαν μικρά μαχαίρια τα έχωσαν στην κοιλιά της Marhta ανοίγοντας την στα δύο... Έντερα και εντόσθια χύθηκαν δεξιά και αριστερά...
Στον Peter δύο κλόουν άρχισαν να του χαράζουν το πρόσωπο όταν τελικά ο ένας του κάρφωσε το μαχαίρι στο λαιμό.

Όταν μια άλλη ομάδα πλησίασε τον Paul η Elizabeth έτρεξε προς τα εκεί και προσπάθησε να τη σταματήσει...

Η μητέρα της την πλησίασε...
"Μην αντιστέκεσαι καλή μου... Αυτοί είμαστε... Έπρεπε να επινοήσουμε αυτό το σχέδιο με το θάνατο του θείου σου προκειμένου να επιστρέψουμε και να ενταχθείς και εσύ στη μεγάλη οικογένεια."
"Όχι τον Paul..." ψιθύρισε η Elizabeth.
Και τότε η Mary έκανε νόημα στους κλόουν να σταματήσουν. Πλησίασε το θείο της Elizabeth και κάτι του είπε.
Μετά πλησίασε την Elizabeth.
"Ας είναι... Ο Paul θα γίνει ο πατέρας των παιδιών σου... Αρκεί να δεχτεί να γίνει ένας από εμάς... Αν το έκανε αυτό και ο πατέρας του..."
Ο Paul φώναξε... "Δέχομαι, δέχομαι..."

Μερικές μέρες μετά...

Η Elizabeth ζει μαζί με τον αρραβωνιαστικό της, τη μητέρα της και το θείο της σε ένα διόροφο σπίτι στην Clownville.
Εκεί που πάντα επικρατεί το γέλιο και η διασκέδαση...

Σε μια φωτογραφία στο σαλόνι μπορεί να τους δει κανείς να απεικονίζονται όλοι. Ο θείος της, με τη μακαρίτισσα θεία της, η μητέρα της με τους γονείς της και η ίδια με τον αρραβωνιαστικό της...

ΤΕΛΟΣ

Διαβάστε ακόμα: "ΘΑ ΦΥΓΩ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΑΛΟΓΑ" (Valentine's Special)
Tweet This

ΘΑ ΦΥΓΩ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΑΛΟΓΑ (VALENTINE'S SPECIAL - ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑ)


ΘΑ ΦΥΓΩ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΑΛΟΓΑ

Valentine's Special

Ακατάλληλη για άτομα κάτω των 18

Την κρατούσε στα χέρια του, την ώρα που άφηνε την τελευταία της πνοή... Εκεί στο μικρό διαμέρισμα τους στο κέντρο του Maine.
"Κοίτα αγάπη μου, τα άλογα..." της ψιθύρισε κλαίγοντας και της έδειξε το δρόμο έξω από το παράθυρο.
"Ναι, τα άλογα..." του απάντησε εκείνη και τα μάτια της έκλεισαν για πάντα.

Ήταν το όνειρο τους... μια φάρμα με άλογα...

Ένα χρόνο αργότερα...

Δεν ταράχτηκε καθόλου... ή τουλάχιστον δεν έδειξε να ταράζεται...
Μόλις πριν από λίγα δευτερόλεπτα ο γιατρός του είχε ανακοινώσει πως ο όγκος είχε κάνει μετάσταση και ότι η κατάσταση πλέον είναι μη αναστρέψιμη.
Κοίταξε την ακτινογραφία... Σε όλη του την επιφάνεια απλώνονταν μαύρες ρίζες που χώνονταν βαθιά μέσα στον εγκέφαλο...

"Jonathan είσαι καλά;" και η φωνή του γιατρού του ακούστηκε σαν την επαναλαμβανόμενη ηχώ σε έναν γκρεμό, στην κορυφή του οποίου στεκόταν εκείνος.
"Θα φύγω μαζί με τα άλογα..." απάντησε και ο γιατρός έμεινε να τον κοιτάει.
"Υπάρχουν ξέρεις νέες εναλλακτικές θεραπείες..."
"Ευχαριστώ πολύ αλλά θα προτιμήσω να μην τις ακολουθήσω."

Ο Jonathan έφυγε από το ιατρείο και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Περπατούσε... κοιτούσε δεξιά και αριστερά.
Δεν υπήρχαν άνθρωποι αλλά ανθρώπινα σώματα που στη θέση του κεφαλιού είχαν κεφάλια αλόγων. Στο δρόμο δεν υπήρχαν αυτοκίνητα αλλά άλογα.
Επέστρεψε στο σπίτι του. Πήρε τη μεσίτρια τηλέφωνο.
"Κα Barker δέχομαι την προσφορά..."
"Ωραία, να κλείσουμε ένα ραντεβού την επόμενη εβδομάδα για τις υπογραφές;"
"Θέλω να γίνει αύριο αυτό... Θέλω να μετακομίσω αύριο..."

Στο υπνοδωμάτιο του ήταν έτοιμες και κλειστές δύο βαλίτσες. Αύριο πρωί πρωί θα έφευγε από την πόλη και θα πήγαινε στα περίχωρα του Maine όπου θα αγόραζε μια μικρή φάρμα με άλογα... Την είχε δει μόνο σε φωτογραφίες και επιπλέον θα ξόδευε τις οικονομίες μιας ζωής αλλά δεν τον ένοιαζε.

Το ίδιο βράδυ όταν έπεσε να κοιμηθεί δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. Κοιτούσε επίμονα στο κομοδίνο στα δεξιά του κρεβατιού το πορσελάνινο αλογάκι.
Το είχαν αγοράσει μαζί με τη γυναίκα του σε ένα παλαιοπωλείο. Εκείνος στην αρχή το έβρισκε κακόγουστο αλλά εκείνη το λάτρευε και μετά το λάτρεψε και αυτός.
Τελικά όταν αποκοιμήθηκε είδε ξανά το ίδιο όνειρο που έβλεπε τον τελευταίο καιρό.

Διέσχιζε γυμνός πάνω σε ένα μαύρο άλογο ένα καταπράσινο λιβάδι... Ο ήλιος ήταν φωτεινός.
Η μυρωδιά του χορταριού τρυπούσε τα ρουθούνια του. Μυρωδιά βρεγμένου χορταριού... Έπρεπε να είχε βρέξει πρόσφατα.

Και το άλογο αύξανε διαρκώς την ταχύτητα του μέχρι που ξαφνικά σταμάτησε...
Χλιμίντρισε και σηκώθηκε απότομα στα πίσω του πόδια και παραλίγο να ρίξει στο έδαφος τον Jonathan.
Ο ουρανός σκοτείνιασε και ο ήλιος κρύφτηκε... Το χορτάρι από καταπράσινο έγινε κίτρινο... σαν να είχε καεί.
Τώρα στα ρουθούνια του ήρθε η μυρωδιά της σάπιας σάρκας και της αποσύνθεσης. Κοίταξε το άλογο του... Η λεία επιδερμίδα του είχε γεμίσει πληγές από τις οποίες έτρεχε αίμα...
Ταράχτηκε και έπεσε κάτω... Κοίταξε το κεφάλι του αλόγου... Σάπιζε... Ξαφνικά το άλογο έδειξε τα δόντια του θυμωμένο και όρμηξε στον Jonathan... Τον ποδοπάτησε...
Ο Jonathan έκλεισε τα μάτια του...

Όταν τα άνοιξε διαπίστωσε πως ήταν ξανά στην κρεβατοκάμαρα του... Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο μπάνιο...
Άνοιξε τη βρύση του νιπτήρα με το κεφάλι σκυμμένο προς τα κάτω.
Όταν το σήκωσε κοίταξε στον καθρέφτη και διαπίστωσε πως είχε κεφάλι αλόγου...

Ο Jonathan πετάχτηκε από το κρεβάτι με τον ιδρώτα να στάζει από κάθε σημείο του κορμιού του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι.
Είχε καυλώσει όσο δεν πάει άλλο... Κοίταξε έξω από το παράθυρο... Είχε ξημερώσει...

Το μεσημέρι της ίδιας μέρας έφτασε στη φάρμα. 'Έφτασε κιόλας νωρίτερα απ' όσο υπολόγιζε.
Στην πίσω μεριά του ξύλινου σπιτιού του αγροκτήματος υπήρχε ένα λιβάδι... εκεί περιφραγμένα βρίσκονταν τα άλογα της φάρμας.

"Θα φύγω μαζί με τα άλογα" ψιθύρισε αντικρίζοντας τα. Και το λιβάδι... ήταν σαν αυτό που έβλεπε στον ύπνο του...

Αφού μπήκαν οι απαιτούμενες υπογραφές ο Jonathan μπήκε ξανά στο αμάξι του και πήγε στο κοντινότερο παντοπωλείο. Πήρε δύο εξάδες μπίρες και επέστρεψε.

Όταν νύχτωσε...

Ο Jonathan κάθισε σε μια παλιά ξύλινη πολυθρόνα στην πίσω αυλή. Τα άλογα κινούνταν σαν σκιές μέσα στο σκοτάδι και κάτω από το φως του φεγγαριού.
Καθ' όλη τη διάρκεια της μέρας δεν τα πλησίασε... θα το έκανε αύριο είχε πει στον εαυτό του.

Βρισκόταν στη μέση της τρίτης μπύρας όταν τον πήρε ο ύπνος...

Τώρα διέσχιζε γυμνός πάνω σε ένα μαύρο άλογο ένα καταπράσινο λιβάδι... Ο ήλιος ήταν φωτεινός.
Η μυρωδιά του χορταριού τρυπούσε τα ρουθούνια του. Μυρωδιά βρεγμένου χορταριού... Έπρεπε να είχε βρέξει πρόσφατα...

Και το άλογο αύξανε διαρκώς την ταχύτητα του μέχρι που ξαφνικά σταμάτησε...
Χλιμίντρισε και σηκώθηκε απότομα στα πίσω του πόδια και παραλίγο να ρίξει στο έδαφος τον Jonathan.
Ο ουρανός σκοτείνιασε και ο ήλιος κρύφτηκε... Το χορτάρι από καταπράσινο έγινε κίτρινο... σαν να είχε καεί.
Τώρα στα ρουθούνια του ήρθε η μυρωδιά της σάπιας σάρκας και της αποσύνθεσης. Κοίταξε το άλογο του... Η λεία επιδερμίδα του είχε γεμίσει πληγές από τις οποίες έτρεχε αίμα...
Ταράχτηκε... Κοίταξε το κεφάλι του αλόγου... Σάπιζε... Και το άλογο ξεκίνησε να τρέχει ξανά αυτή τη φορά σαν μανιασμένο...
Βγήκε από το λιβάδι και συνέχισε να τρέχει μέχρι που πλησίασε έναν γκρεμό... Ο Jonathan προσπάθησε να το σταματήσει αλλά μάταια...

Και βρέθηκαν και οι δυο τους στο κενό...

Ο Jonathan άνοιξε τα μάτια του... Σηκώθηκε από την κουνιστή πολυθρόνα και μπήκε μέσα στο σπίτι... Δε θα έβλεπε ξανά το όνειρο για αρκετές εβδομάδες...
Ήταν ξανά καυλωμένος...

Ο καιρός περνούσε...

Και παρόλο που η αρρώστια επιδεινωνόταν ο Jonathan έδειχνε όλο και καλύτερα. Περιποιούνταν τα άλογα και οι μέρες κυλούσαν ήσυχα.

Και τότε άρχισε να βλέπει ξανά το ίδιο όνειρο...

Μόνο που τώρα ο ήλιος δεν ήταν λαμπερός. Και το λιβάδι δεν ήταν πράσινο. Η ατμόσφαιρα ήταν μουντή και ο ουρανός σκοτεινός από την αρχή.
Δεν καθόταν πάνω στο άλογο αλλά απέναντι του. Το άλογο ήταν ζωντανό και ταυτόχρονα νεκρό. Τα δόντια του ήταν σάπια. Το σώμα του γεμάτο πληγές που αιμορραγούσαν. Η μυρωδιά της αποσύνθεσης ήταν τόσο έντονη. Και ο Jonathan στεκόταν γυμνός απέναντι στο άλογο.

Και ξαφνικά έπεφτε κάτω... όπως πέφτει κάποιος όταν η καρδιά του σταματάει απότομα.

Όταν σηκώθηκε εκείνο το πρωί...

Ο Jonathan βγήκε όπως έκανε πάντα στην πίσω αυλή. Ο καιρός παρόλο που πλησίαζε καλοκαίρι ήταν μουντός, συννεφιασμένος.
Και τότε τα είδε... τα άλογα όλα πεσμένα στο έδαφος νεκρά...

"Θα φύγω μαζί με τα άλογα..." ψιθύρισε... "η στιγμή έφτασε..."

Έφτασε το μεσημέρι και ο Jonathan στεκόταν ακόμα εκεί... Στην πίσω αυλή, να κοιτάει τα νεκρά άλογα.

Μπήκε μέσα στο σπίτι και ετοίμασε ένα πλούσιο γεύμα στον εαυτό του. Έφαγε. Στη συνέχεια έκανε μπάνιο. Έβαλε καθαρά ρούχα.

Ο ήλιος άρχισε να δύει... Εκείνη την εποχή πάντα έδυε νωρίς.
Πήρα μια εξάδα μπύρες από το ψυγείο και κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα στην πίσω αυλή.

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν σηκώθηκε από την καρέκλα του.
Οι μπύρες είχαν τελειώσει. Έβγαλε τα ρούχα του και κατευθύνθηκε στο λιβάδι.
Περπάτησε γυμνός κάτω από το φως του φεγγαριού ανάμεσα στα νεκρά άλογα.
Σταμάτησε σε ένα μαύρο... σαν εκείνο που έβλεπε στα όνειρα του.
Το αγκάλιασε και άρχισε να κλαψουρίζει. Και το κλάμα έγινε θρήνος και ουρλιαχτό. Θυμήθηκε τη γυναίκα του τη στιγμή που έκλεινε για πάντα τα μάτια της και μαζί της πέθαινε το μόλις μερικών μηνών αγέννητο παιδί τους.
Εξαντλημένος από το κλάμα, ξάπλωσε δίπλα στο άλογο και αποκοιμήθηκε και "έφυγε μαζί με τα άλογα..."

Το επόμενο πρωινό...

Το νεκρό μαύρο άλογο δίπλα στο οποίο είχε αφήσει την τελευταία του πνοή ο Jonathan άνοιξε τα μάτια του. Ζωντάνεψε για λίγο και χλιμίντρισε... Τώρα πονούσε...
Κάτι συνέβαινε μέσα του... Έβγαλε άλλο ένα χλιμίντρισμα πόνου και από μέσα του βγήκε ένα μικρό πουλάρι. Και το μαύρο άλογο ξεψύχησε για δεύτερη φορά. Και αν το παρατηρούσε κανείς από κοντά θα έλεγε πως έβλεπε δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του.
Το μικρό μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες κατάφερε να σταθεί στα πόδια του. Πλησίασε το άψυχο σώμα του Jonathan και το έγλειψε...

Στάθηκε για λίγο και στη συνέχεια χάθηκε μέσα στο δάσος...

ΤΕΛΟΣTweet This

Blog Widget by LinkWithin