Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

ΜΗΝ ΤΟ ΑΝΟΙΞΕΤΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ (ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - XMAS SPECIAL)


TOYMAKER'S

XMAS SPECIAL

ΜΗΝ ΤΟ ΑΝΟΙΞΕΤΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Η μικρή Elizabeth άνοιξε με δυσκολία τα μάτια της. Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι της. Ήταν σχεδόν μεσημέρι. "Τι ωραία που είναι να μην έχεις σχολείο" σκέφτηκε.

Σηκώθηκε, φόρεσε τις παντόφλες της και κατευθύνθηκε προς το παράθυρο του δωματίου της, που έβλεπε στην πίσω αυλή της διώροφης μονοκατοικίας που έμενε. Η μονοκατοικία βρισκόταν στα περίχωρα του Maine, αρκετά μακριά από το κέντρο της πόλης, και ήταν σχετικά απομονωμένη. Έξω, το χιόνι έπεφτε πυκνό.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας ξύπνησε όταν άκουσε θόρυβο στη στέγη. Αρχικά υπέθεσε πως ήταν ο Άγιος Βασίλης, αλλά μετά σκέφτηκε πως ξημέρωνε παραμονή Χριστουγέννων, άρα ήταν νωρίς ακόμη για να τους επισκεφτεί ο Άγιος. Μετά, βέβαια, άκουσε θόρυβο στο σαλόνι, στον κάτω όροφο, αλλά πίστεψε πως ήταν οι γονείς της.

Όση ώρα έκανε αυτές τις σκέψεις οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν έξω όλο και πιο πυκνές.

Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και βγήκε στο διάδρομο. Προχώρησε προς την ξύλινη σκάλα, που οδηγούσε στον κάτω όροφο. Κατευθυνόμενη προς τα εκεί είδε την πόρτα του υπνοδωματίου των γονιών της, στα αριστερά, ανοιχτή. Το κρεβάτι ήταν στρωμένο.

Κατέβηκε. Το σπίτι ήταν ζεστό. Η φωτιά στο τζάκι του σαλονιού έκαιγε. Τα φώτα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο αναβόσβηναν. Το τραπέζι ήταν στρωμένο και πάνω του υπήρχαν πιατέλες με κάθε λογής φαγητά και καλομαγειρεμένα κρεατικά.

"Μαμά! Μπαμπά!" φώναξε, για να μη λάβει απάντηση. Μπήκε στην κουζίνα. Δεν ήταν κανείς εκεί. Πήγε στην εξώπορτα και προσπάθησε να την ανοίξει. Ήταν ξεκλείδωτη. Έξω συνέχιζε να χιονίζει. Έβγαλε το κεφάλι της από την πόρτα. Το αμάξι της οικογένειας ήταν καλυμμένο με χιόνι και παρκαρισμένο στον μπροστινό δρόμο.
"Μα, που έχουν πάει;" σκέφτηκε. Έκλεισε την πόρτα και ανέβηκε ξανά στην κρεβατοκάμαρα των γονιών της. Στο πρώτο συρτάρι, στο κομοδίνο της μαμάς, μέσα σε μια μπιζουτιέρα υπήρχε ένα δεύτερο κλειδί του σπιτιού.
Η μητέρα της την είχε ενημερώσει γι’ αυτό το κλειδί σε περίπτωση ανάγκης. Το πήρε, κατέβηκε τρέχοντας και κλείδωσε την εξώπορτα.

Επέστρεψε στο σαλόνι.
"Το τηλέφωνο", σκέφτηκε. "Θα πάρω τη γιαγιά". Αλλά όταν σήκωσε το ακουστικό δεν ακουγόταν τίποτα… Ούτε καν εκείνο το ενοχλητικό "τουτ τουτ". Καθώς έκλεινε το τηλέφωνο το βλέμμα της έπεσε σε ένα μεγάλο κουτί, κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τυλιγμένο σε λευκό χαρτί και στολισμένο με κόκκινη κορδέλα.
Πλησίασε. Πάνω του υπήρχε μια κάρτα, που στην μπροστινή της όψη είχε ζωγραφισμένο έναν Άγιο Βασίλη. Την άνοιξε… Μέσα έγραφε:

"ΜΗΝ ΑΝΟΙΞΕΤΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ"


"Αύριο, δηλαδή…" σκέφτηκε και ξαφνικά για λίγο ξέχασε τα πάντα, ακόμη και την απουσία των γονιών της.
"Και τι πειράζει αν το ανοίξω τώρα;" σκέφτηκε. "Άλλωστε, δεν είναι κανείς εδώ". Και τότε κατάλαβε. Οι γονείς της ήταν κάπου κρυμμένοι και περίμεναν να δουν τι θα κάνει. "Όχι, δε θα το ανοίξω" σκέφτηκε αποφασιστικά και κοίταξε γύρω της μήπως και ανακάλυπτε την κρυψώνα τους.
Πήγε πάνω στο δωμάτιό της και πήρε μερικές από τις κούκλες της. Ξανακατέβηκε στο σαλόνι, κάθισε μπροστά στο τζάκι και άρχισε να παίζει.
Και η ώρα πέρασε.

Ήταν απόγευμα…

Και έξω είχε ήδη σκοτεινιάσει. Η Elizabeth άναψε τα φώτα του σαλονιού. Φοβόταν, και οι γονείς της παρέμεναν άφαντοι.
"Θέλω τη μαμά μου και τον μπαμπά μου…" ψιθύρισε και τα μάτια της βούρκωσαν. "Μαμά! Μπαμπά!" φώναξε. Σιωπή…
Ξανακάθισε μπροστά στο τζάκι και το βλέμμα της έπεσε πάλι στο κουτί κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το δώρο με την κόκκινη κορδέλα. Είχε αρχίσει να μην της αρέσει όλο αυτό το παιχνίδι.

Η κοιλιά της γουργούρισε. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί.
Κοίταξε το γεμάτο φαγητά τραπέζι. Σηκώθηκε και πήγε προς τα εκεί. Τράβηξε μια καρέκλα, κάθισε κι άρχισε να τρώει. Τα πάντα ήταν πεντανόστιμα. Αφού έφαγε με όρεξη, πήγε και ξάπλωσε στον καναπέ του σαλονιού. Τυλίχτηκε με μια κουβέρτα που υπήρχε εκεί και αποκοιμήθηκε.

……

Ο χτύπος του ρολογιού-αντίκα ξύπνησε την Elizabeth. Κοίταξε τους δείκτες. Έδειχναν μεσάνυχτα.
"Είναι Χριστούγεννα!" σκέφτηκε και μετά είπε δυνατά "Το δώρο!". Έτρεξε προς το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Έλυσε την κορδέλα και έσκισε με μανία το περιτύλιγμα.

Άνοιξε αργά, σχεδόν τελετουργικά, το κουτί. Και τότε έβγαλε μια κραυγή. Ούρλιαξε ξανά και ξανά και μετά έβαλε τα κλάματα. Μέσα στο κουτί υπήρχαν τα κομμένα κεφάλια των γονιών της με τα μάτια τους ορθάνοιχτα σε μια έκφραση έκπληξης. .
Πάνω στα κεφάλια των γονιών της υπήρχε ένα γράμμα. Άπλωσε το χεράκι της και το τράβηξε απότομα. Τα χέρια της έτρεμαν. Έκλαιγε με αναφιλητά και διάβαζε.

"Φέτος ήσουν πάρα πολύ καλό κορίτσι, έτσι αποφάσισα να πραγματοποιήσω την πιο δυνατή ευχή σου. Θυμάσαι, όταν μετακομίσατε εδώ, πόσο είχες νευριάσει και που ευχήθηκες να είχαν πεθάνει οι γονείς σου; Ε, η ευχή σου πραγματοποιήθηκε!

Ελπίζω να σου άρεσε πολύ και το φαγητό. Βλέπεις, το ανθρώπινο κρέας μαγειρεύεται πολύ δύσκολα. Αν και των γονιών σου ήταν αρκετά μαλακό.

Καλά Χριστούγεννα


Άγιος Βασίλης


ΥΓ: Συγγνώμη για την αναστάτωση την προηγούμενη νύχτα, αλλά έπρεπε να έρθω ένα βράδυ νωρίτερα για να τα ετοιμάσω όλα".


Η Elizabeth ούρλιαξε ξανά, την ώρα που ένα δυνατό γέλιο έσκιζε τον ουρανό…

ΤΕΛΟΣ

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

Toymaker
Tweet This

1 σχόλια:

mahler76 είπε...

υπέροχα φρικαλέο!!!!

Blog Widget by LinkWithin