ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΚΡΑΙΩΝ ΣΚΗΝΩΝ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΥ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΣΤΗΡΑ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 18.
Άνοιξε τα μάτια του. Όλα γύρω του ήταν θολά. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Ο ήλιος είχε πέσει.
"Τι ώρα να είναι;" σκέφτηκε. Κοίταξε το ρολόι τοίχου που βρισκόταν στον τοίχο του σαλονιού απέναντι από την ξεφτισμένη και γεμάτη λεκέδες πολυθρόνα που καθόταν.
Όλα γύρω του ήταν θολά.
Στην κουζίνα ακουγόταν το τραγούδι ενός μικρού αγοριού.
"Μπάσταρδο, βγάλε το σκασμό!"
Σιωπή.
"Γιατί καθυστερείς; Έπρεπε ήδη να μου έχεις φέρει τη μπύρα μου."
Ακούστηκε η πόρτα του ψυγείου. Και στη συνέχεια ένα μεταλλικό καπάκι να πέφτει στο πάτωμα.
Ο μικρός Γιάννης έκανε την εμφάνιση του στην καμάρα που οδηγούσε στο σαλόνι. Στα σκούρα μάτια του διάβαζε κανείς το φόβο. Ήταν μικροκαμωμένος, αδύνατος, σχεδόν καχεκτικός.
Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα μπουκάλι ανοιγμένης μπύρας. Το άλλο του χέρι ήταν γεμάτο μώλωπες.
"Όλα θα πάνε καλά. Πρέπει μόνο να του δώσω τη μπύρα." σκέφτηκε ο μικρός και προχώρησε διστακτικά προς τον πατέρα του.
Αλλά δεν πήγαν όλα καλά. Σκόνταψε στο χαλί και το μπουκάλι του έφυγε από τα χέρια.
"Μαλακισμένο! Ανάθεμα την ώρα που βγήκες από την τρύπα της μάνας σου!" φώναξε ο πατέρα του και σηκώθηκε από την πολυθρόνα του. Πλησίασε το μικρό αγόρι. Εκείνο επικεντρώθηκε στη μυρωδιά των λιγδιασμένων ρούχων του πατέρα του. Ήθελε να μη σκέφτεται αυτό που θα ακολουθούσε.
Ο πατέρας του άρχισε να κλοτσάει το αγόρι στην κοιλιά. Εκείνο διπλώθηκε στα δύο. Και στη συνέχεια...
"Μη τη ζώνη, μπαμπά. Μη τη ζώνη..." Ο ήχος τη ζώνης που έσκιζε τον αέρα και κατέληγε στην τρυφερή σάρκα κάλυπτε το κλάμα του αγοριού, το οποίο ακόμα μια φορά προσπάθησε να επικεντρωθεί στην απαίσια μυρωδιά των λιγδιασμένων ρούχων του πατέρα του.
Ο πατέρας άφησε τη ζώνη να πέσει στο χαλί και κατευθύνθηκε στο μπαρ. Άρπαξε ένα μπουκάλι ουίσκι.
"Χάσου από μπροστά μου. Έπρεπε να σε είχα διώξει από το σπίτι όταν μας παράτησε η πουτάνα η μάνα σου."
Ο μικρός σηκώθηκε δαγκώνοντας τα χείλη του από τον πόνο. Κουτσαίνοντας βγήκε από το σαλόνι και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο του.
Ο πατέρας ήπιε μια μεγάλη γουλιά και στη συνέχεια ακούστηκε το κλάμα... εκείνο το γυναικείο κλάμα που άκουγε τα τελευταία βράδια συνεχώς... ένα κλάμα που ακουγόταν από το πουθενά...
"Ποιος είναι; Ποια είσαι;"
Κοίταξε το μπουκάλι ουίσκι και ήπιε μια ακόμα μεγάλη γουλιά.
Σωριάστηκε στην πολυθρόνα. Και τότε την είδε. Μια γυναικεία φιγούρα με γυρισμένη την πλάτη προς τα εκείνον να κοιτάει έξω από το παράθυρο του σαλονιού. Το κλάμα της γυνόταν τώρα πιο δυνατό.
"Ο πούστης ο μπακάλης μάπα ουίσκι μου πούλησε. Θα τον φτιάξω καλά!"
Αλλά η φιγούρα παρέμενε εκεί και το κλάμα συνεχιζόταν.
Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και κατευθύνθηκε προς το μέρος της.
Όταν πλησίασε έκανε να την αρπάξει από το χέρι αλλά εκείνη κινήθηκε με απίστευτη ταχύτητα... την είδε να κινείται όπως αλλάζουν τα κινηματογραφικά καρέ σε μια ταινία στην οποία ο χρόνος προχωράει σε fast forward. Ένα άλμα στο χρόνο...
"Που είσαι παλιοβρόμα;"
Ένιωσε τότε την ανάσα της. Στεκόταν πίσω του. Γύρισε και τότε είδε ένα ρυτιδιασμένο πρόσωπο.
Οι κόγχες των ματιών ήταν άδειες και στη θέση τους υπήρχαν μαύρες μουτζαλιές... σαν εκείνες που κάνουν με μαύρη μπογιά τα παιδιά όταν νευριάζουν... Από κάθε χέρι της κρεμόταν ένα σκοινί που κατέληγε σε ένα ξυραφάκι... Σαν ένα μακάβριο γιο γιο.
Οι φλέβες στους καρπούς των χεριών της ήταν σκισμένες αλλά δεν έτρεχε αίμα. Οι πληγές ήταν ξερές...
"Μητέρα..." είπε ο άντρας και η γυναικεία μορφή εξαφανίστηκε βγάζοντας μια κραυγή μέσα από ένα στόμα το σαγόνι του οποίου κόντευε να αποκοπεί.
Ο άντρας σωριάστηκε στο χαλί και αποκοιμήθηκε εκεί μέχρι το επόμενο πρωί.
Το επόμενο πρωί...
Ο άντρας ένιωσε μια αναγούλα... και αυτό τον ξύπνησε. Ξέρασε πάνω στο χαλί. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο. Πήρε μια μπύρα.
"Γιάννη; Γιάννη; Που πήγε πάλι το μπάσταρδο."
Το ίδιο μεσημέρι...
Ακούστηκε το κλειδί στην πόρτα... Ήταν ο μικρός Γιάννης.
Ο πατέρας του περίμενε στην κουζίνα.
"Που ήσουν;"
"Σχολείο..." είπε ο μικρός διστακτικά.
"Δε σου είπα να μην ξαναπάς... μαλακισμένο. Βάλε μου τώρα να φάω."
Ο μικρός άνοιξε το ψυγείο και έβγαλε ένα έτοιμο γεύμα. Το έβαλε στο φούρνο μικροκυμάτων και το ετοίμασε. Στη συνέχεια το τοποθέτησε στο δίσκο και το πήγε στον πατέρα του.
"Είναι άψητο! Δεν το βλέπεις!" Είπε εκείνος και έσφιξε τη γροθιά του η οποία κατέληξε στο πρόσωπο του μικρού.
"Πάω να φάω κάτι έξω... Εξαφανίσου από τα μάτια μου, να μη σε βλέπω."
Και ο Γιάννης έφυγε με γρήγορα βήματα στο δωμάτιο του. Αύριο δε θα πήγαινε σχολείο. Ο μώλωπας που θα δημιουργούνταν στο πρόσωπο του δε θα του το επέτρεπε. Δεν υπήρχε ρούχο ή τρόπος για να τον κρύψει.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα...
όταν ο πατέρας του επέστρεψε στο σπίτι. Μπήκε μέσα και άναψε το φως του χολ. Και τότε άκουσε το κλάμα. Ερχόταν αυτή τη φορά από την κουζίνα. Κατευθύνθηκε τρεκλίζοντας σχεδόν προς τα εκεί. Μπήκε μέσα. Τα φώτα ήταν αναμμένα.
Στην απέναντι πλευρά στεκόταν η γυναικεία μορφή που είδε το προηγούμενο βράδυ... Με τις μαύρες μουτζούρες αντί για μάτια, με τις σκισμένες φλέβες, με το σαγόνι που κόντευε να αποκοπεί και με τα γιο γιο ξυραφάκια... η γυναίκα που είχε αποκαλέσει μητέρα!
Αυτή τη φορά δεν του είχε γυρισμένη την πλάτη αλλά ήταν στραμμένη προς το μέρος του. Και ακουγόταν ο ίδιος λυγμός. Οι μουτζούρες στα μάτια της τρεμόπαιξαν.
Ήταν η μητέρα του...
Την αναγνώρισε. Ήταν η μητέρα του σχεδόν όπως την αντίκρισε στο μπάνιο την ημέρα που εκείνη αυτοκτόνησε. Ξαφνικά η μνήμη του καθάρισε για λίγο.
Θυμήθηκε την ημέρα εκείνη... που ο δικός του πατέρας τον έσυρε από τα μαλλιά για να δει το πτώμα της νεκρής μάνας του και μετά τον χτύπησε με τη ζώνη... τη ζώνη που είχε κρατήσει και φορούσε τώρα ο ίδιος... τη ζώνη με την οποία δίδασκε την υπακοή στο δικό του γιο.
"Για ποιον κλαις;" είπε στη μητέρα του... "Για ποιον κλαις; Για ποιον κλαις;"
"Για ποιον κλαις; Για τον πατέρα μου ή για εσένα;"
Και η γυναικεία μορφή έβγαλε μια κραυγή και εξαφανίστηκε.
Ο άντρας έβγαλε τη ζώνη από το τζιν του και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο του μικρού.
Ήταν θυμωμένος, οργισμένος, μπερδεμένος.
Ο μικρός κοιμόταν με το φως ανοιχτό και αγκαλιά με ένα λούτρινο αρκουδάκι. Το μόνο δώρο που του έκανε η μητέρα του πριν τους εγκαταλείψει... πριν τους εγκαταλείψει... έτσι τουλάχιστον του είχε πει ο πατέρας του.
Ο άντρας έσπρωξε τη μισάνοιχτη πόρτα. Μπήκε μέσα. Έριξε τον Γιαννάκη από το κρεβάτι και άρχισε να τον κλοτσάει. Και μετά σειρά είχε η ζώνη. Αυτή τη φορά ο μικρός δεν πρόλαβε ούτε να κλάψει... Τα χτυπήματα ερχόντουσαν απανωτά σε όλα τα σημεία του τρυφερού σώματος του.
"Αυτό σου αξίζει μπάσταρδο... Η μητέρα σου δεν άντεξε την τελευταία φορά. Ψόφησε η σκύλα και μου άφησε εσένα. Μου άφησε μόνο προβλήματα."
Όταν πια ο άντρας κουράστηκε να χτυπάει το γιο του, ο μικρός μετά βίας ανάσαινε...
Βγήκε από το δωμάτιο και πήγε στο μπαρ του σαλονιού. Άρπαξε ένα μπουκάλι ουίσκι. Όταν πήγε και κάθισε στην πολυθρόνα είδε εκείνη στον απέναντι τοίχο κοντά στο παράθυρο... τη μητέρα του... να κλαίει ακόμα μια φορά... μόνο που ο θρήνος ήταν πιο γοερός, πιο σπαραχτικός.
"Για ποιον κλαις;" Ούρλιαξε αυτή τη φορά ο άντρας.
Και τότε οι μουτζαλιές από τα μάτια της μάνας του εξαφανίστηκαν και είδε τα μάτια της.
Και εκείνη για πρώτη φορά μίλησε.
"Για εσένα κλαίω..."
Ο άντρας έκανε να σηκωθεί από την πολυθρόνα αλλά δεν τα κατάφερε. Ζώνες εμφανίστηκαν από τον πουθενά και τον έδεσαν. Η γυναίκα πλησίασε κρατώντας τα γιο γιο ξυραφάκια σαν εκκρεμές από πάνω του. Τα ξυραφάκια ακούμπησαν τους καρπούς του άντρα και άρχισαν να σκίζουν το δέρμα και στη συνέχεια τις φλέβες.
"Για εσένα κλαίω..." είπε ξανά η γυναίκα...
Ο άντρας ξεψύχησε... ένα ποτάμι αίματος σχηματίστηκε γύρω από την πολυθρόνα.
Τα γιο γιο από τα χέρια της γυναίκας εξαφανίστηκαν. Μαζί και οι ανοιχτές φλέβες στα χέρια της. Στα μάτια δεν είχε πια μουντζαλιές.
Κατευθύνθηκε προς το παιδικό δωμάτιο. Ο μικρός Γιάννης ήταν στο πάτωμα. Από το στόμα του δεν έβγαινε αναπνοή.
"Σήκω!" του είπε.
Και ο μικρός σηκώθηκε. Μόνο που εξακολουθούσε να βλέπει την εικόνα του στο πάτωμα. Δεν καταλάβαινε αλλά δεν έδωσε σημασία.
"Ποια είσαι εσύ;"
"Η γιαγιά σου!" του απάντησε και του άπλωσε το χέρι της.
Ο μικρός χαμογέλασε. Δεν είχε πια μώλωπες και δεν πονούσε.
"Που πάμε;"
"Πάμε να βρούμε τη μαμά σου. Μας περιμένει."
ΤΕΛΟΣ
Tweet This








2 σχόλια:
Καλά του κανε! Αμάν και εσύ πρωινιάτικα! Είναι ιστορία αυτή για πρωί;;;
Καλημέρα!
μας γάμησες το ξέρεις :(
Δημοσίευση σχολίου