Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

NIGHTMARES AND FAIRYTALES: MALEFICENT (ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ POST)

Για το πρώτο post δείτε εδώ

Μια μέρα, η Maleficent κρυφάκουσε τους υπηρέτες που συζητούσαν. Ήταν μαζεμένοι στην κουζίνα για το γεύμα τους. Η Maleficent, που έτυχε να περνάει απέξω, άκουσε το όνομά της. Στάθηκε πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα και τους άκουσε να μιλούν. Και έμαθε αυτό που όλοι ήξεραν…

Έμαθε το μυστικό που φύλαγε ο πατέρας της από εκείνη…

Η Maleficent ήταν παιδί της αδερφής της.

Το λόγο είχε πάρει η γηραιότερη του υπηρετικού προσωπικού. Η νταντά της Maleficent, η οποία ήταν και νταντά της μητέρας της και στην υπηρεσία της οικογένειας του Berhtram από μικρό κορίτσι. Τώρα ήταν μια εύσωμη γυναίκα με χέρια γεμάτα ρόζους και με πρόσωπο καταπονημένο από τα χρόνια και την κόπωση.

"Ο αφέντης Berhtram για πολλά χρόνια υπηρέτησε το σταυρό και την Αγία Έδρα. Ήταν ευγενής και γενναίος άντρας. Όλα άλλαξαν όμως αμέσως μετά το θάνατο της πρώτης γυναίκας του.
Η κόρη που είχε αποκτήσει του έφερνε λύπη περισσότερο παρά χαρά.
Απομονώθηκε... εγκατέλειψε το σταυρό... ήθελε πίσω τη γυναίκα του. Και στράφηκε σε σκοτεινές δυνάμεις...

Εν τω μεταξύ η κόρη του έγινε μια νεαρή όμορφη κοπέλα, η οποία σπάνια έβλεπε τον πατέρα της.

Ένα βράδυ μας έδιωξε όλους από την έπαυλη..."

Το ρυτιδωμένο πρόσωπό της συσπάστηκε και σκοτείνιασε... Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε...

"Όταν επιστρέψαμε, δεν επέτρεψε σε κανέναν από το υπηρετικό προσωπικό να εισέλθει στην έπαυλη. Τους έδιωξε όλους εκτός από εμένα. Μετά προσέλαβε εσάς. Αναζήτησα τη νεαρή κόρη αλλά μου είπε ότι την είχε στείλει σε ένα μοναστήρι. Η κόρη δεν επέστρεψε ποτέ αλλά εννέα μήνες μετά ο κύριος εμφανίστηκε με τη Maleficent στα χέρια, όπως όλοι θυμάστε...
Όσο μεγάλωνε θύμιζε τόσο την πρώτη του γυναίκα... Η Maleficent είναι παιδί δικό του και της κόρης του... Η Maleficent είναι παιδί της αδερφής της... Όμως..."

Οι υπηρέτες άκουγαν έκπληκτοι τα λόγια της γριάς η οποία δίστασε για λίγο και συμπλήρωσε...

"Μέσα της φωλιάζει το κακό... Πρόκειται για ένα παιδί ανίερης γέννας..."

Ένα τρίξιμο ακούστηκε στην πόρτα.
Ένας υπηρέτης κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Δεν ήταν κανείς.

Η Maleficent ανέβηκε τη δρύινη σκάλα που οδηγούσε στο δεύτερο όροφο της έπαυλης. Κατευθύνθηκε στο ιδιαίτερο διαμέρισμά της. Μπήκε. Στάθηκε ακίνητη και κοιτάχτηκε στον ξυλόγλυπτο καθρέφτη απέναντι από το κρεβάτι της. Έβγαλε τα ρούχα της. Φόρεσε ένα μαύρο δαντελένιο φόρεμα. Μάζεψε τα μακριά μαύρα μαλλιά της σε κότσο και τα συγκράτησε με μια καρφίτσα στολισμένη με πολύτιμους λίθους.

Βγήκε στο μακρύ διάδρομο. Δεξιά και αριστερά τα κεριά τρεμόπαιζαν, φωτίζοντας τα πρόσωπα από τα πορτρέτα των προγόνων της κατά μήκος του διαδρόμου. Ανάμεσα σε άλλα το πορτρέτο ενός πολεμιστή, ενός επισκόπου και του ίδιου του Berhtram.

Σταμάτησε να περπατάει έξω από το δωμάτιο που ήταν κοντά στη σκάλα. Το υπνοδωμάτιο του πατέρα της. Άνοιξε την πόρτα. Ο Berhtram ήταν ξύπνιος. Στεκόταν λίγο πιο πέρα από το τοξωτό παράθυρο.
"Ήξερα πως θα ερχόταν αυτή η στιγμή..." ψιθύρισε και γύρισε να κοιτάξει την κόρη του.
Η Maleficent δεν αντέδρασε, απλά τον κοίταξε... και το βλέμμα της έφτασε στα κατάβαθα της ψυχής του λέγοντάς του πως ξέρει...

Ένας δυνατός αέρας ξεκίνησε ξαφνικά.

Τώρα μια αόρατη δύναμη οδηγούσε τον Berhtram πιο κοντά στο παράθυρο. Η ίδια αόρατη δύναμη τον ανάγκασε να σκαρφαλώσει στο περβάζι και μετά να γκρεμιστεί στο κενό.
Η Maleficent πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε κάτω... Το σώμα του πατέρα της είχε καρφωθεί στις οξύληκτες κορυφές του μεταλλικού φράκτη που περιέβαλλε την έπαυλη. Το στομάχι του είχε ανοίξει σχεδόν στα δύο με τα έντερα να διακοσμούν σαν κορδέλα τις σιδεριές στο σημείο εκείνο.

Η Maleficent κατέβηκε την ξύλινη σκάλα. Πήγε στα δωμάτια των υπηρετών, οι οποίοι κοιμόντουσαν και τα κλείδωσε από έξω. Βγήκε από την έπαυλη. Η μορφή της χανόταν στο σκοτάδι. Προχώρησε αρκετά βήματα και η έπαυλη τυλίχθηκε στις φλόγες φωτίζοντας τη νύχτα. Σε λίγο τη νυχτερινή σιωπή έσπασαν οι κραυγές των υπηρετών που, παγιδευμένοι, καίγονταν ζωντανοί. Δε γύρισε να κοιτάξει, αλλά κατευθύνθηκε προς το κέντρο του Regensburg.

Όταν έφτασε, το σκοτάδι μόλις είχε αρχίσει να υποχωρεί. Στα σπίτια έβλεπε κανείς κεριά και φωτιές στα τζάκια να ανάβουν. Οι κάτοικοι ξυπνούσαν άλλοι για να πάνε στα χωράφια και άλλοι για να ασχοληθούν με τις κτηνοτροφικές τους εργασίες.
Κανείς δεν αντιλήφθηκε τη μαυροντυμένη γυναίκα που περπατούσε στα πλακόστρωτα δρομάκια του χωριού.

Ξαφνικά τα ζώα στους στάβλους και τις αυλές άρχισαν να βγάζουν κραυγές... βρέθηκαν όλα σε κατάσταση πανικού. Και μετά άρχισαν να πέφτουν το ένα μετά το άλλο νεκρά. Οι κάτοικοι ακούγοντας τις κραυγές των ζώων πετάχτηκαν έξω από τα σπίτια τους. Και την είδαν...

Εκείνη ύψωσε τα χέρια της σαν σε στάση δέησης και άγριες τριανταφυλλιές φύτρωσαν στο έδαφος γεμάτες αγκάθια και μαύρα άνθη. Άρχισαν να τυλίγουν όλα τα κτίρια του Regensburg.

Ο ιερέας του Regensburg που είχε βγει και εκείνος από το σπίτι του έτρεξε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Πέτρου και άρχισε να χτυπάει την καμπάνα προκειμένου οι κάτοικοι να συγκεντρωθούν εκεί.

Έτρεχαν όλοι πανικόβλητοι, τρομαγμένοι, φοβισμένοι... Όρμησαν στο εσωτερικό του ναού την ώρα που άγριες με μαύρα άνθη τριανταφυλλιές τύλιγαν τους τοίχους του και έκλεισαν τη δίφυλλη πύλη.

Η Maleficent έφτασε και στάθηκε έξω από την πόρτα.

Με μια κίνηση του χεριού της η πόρτα άνοιξε.
Με αργά σχεδόν τελετουργικά βήματα ντυμένη με το μαύρο δαντελένιο φόρεμα της μπήκε στο ναό. Οι κάτοικοι έστεκαν σιωπηλοί μην ξέροντας πώς να αντιδράσουν. Τότε ένας χωρικός που κρατούσε μια τσουγκράνα όρμησε εναντίον της. Η τσουγκράνα έφυγε από τα χέρια του και καρφώθηκε στο κεφάλι του με δύο από τα δόντια της να έχουν διαπεράσει τα μάτια του.

Ο ιερέας γονάτισε μπροστά στην Αγία Τράπεζα και άρχισε να προσεύχεται. Οι πέτρες του ναού ράγισαν και από μέσα βγήκαν άγριες τριανταφυλλιές. Τα κεριά τρεμόπαιξαν...
Και στη συνέχεια, με έναν εκκωφαντικό θόρυβο, τα βιτρό στα παράθυρα έσπασαν.

Τα κλαδιά από τις τριανταφυλλιές άρχισαν να τυλίγουν τους κατοίκους. Τα αγκάθια εισχωρούσαν στο σώμα τους, τα κλαδιά στη σάρκα τους κόβοντας τα μέλη τους. Χέρια, πόδια, κεφάλια που ανήκαν σε διαφορετικούς ανθρώπους διασκορπίζονταν στο ναό.

Και ο ναός φωτίστηκε καθώς τα κεριά έφυγαν από τα μεταλλικά κηροπήγιά τους και τύλιξαν στις φλόγες τα ξύλινα στασίδια.

Απεγνωσμένα πρόσωπα, κραυγές, θάνατος...

Όταν το μακελειό ολοκληρώθηκε, οι άγριες τριανταφυλλιές άρχισαν να μαραίνονται έως ότου έγιναν στάχτη που την πήρε ο αέρας. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ...

Γερμανία, Regensburg

Στη θέση που προηγουμένως στεκόταν ο καθεδρικός ναός του Regensburg, τώρα μπορούσε κάποιος να δει μόνο ερείπια. Ο καπνός και η στάχτη που αναδύονταν στον αέρα, σε συνδυασμό με την πρωινή υγρασία, κάλυπταν ακόμη το μέγεθος της καταστροφής.

Ο καθεδρικός του Αγίου Πέτρου, με τις οξυκόρυφες απολήξεις που νόμιζες ότι άγγιζαν τον ουρανό και τους εντυπωσιακούς δαίμονες-υδρορροές, δέσποζε στη μέση του χωριού, όπου τώρα κυριαρχούσε η σιωπή. Τα σπίτια ήταν άδεια, στους στάβλους και τις αυλές όλα τα ζώα κείτονταν στο έδαφος, με τα πρώτα σημάδια της αποσύνθεσης να κάνουν την εμφάνισή τους. Κανένα σημάδι ανθρώπινης παρουσίας.

Όταν η υγρασία καταλάγιασε, και μαζί της περιορίστηκαν ο καπνός και η στάχτη, ένα μακάβριο θέαμα αποκαλύφθηκε. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού, που είχαν συγκεντρωθεί το προηγούμενο βράδυ στο ναό, ήταν νεκροί. Μυρωδιά καμένης σάρκας και ανθρώπινου λίπους διαχεόταν στην ατμόσφαιρα. Πτώματα διαμελισμένα, άλλα χωρίς χέρια ή πόδια και άλλα χωρίς κεφάλι. Στο ιερό του ναού, ή μάλλον σε ό,τι είχε απομείνει από αυτό, έστεκε όρθιος ένας μεγάλος αναποδογυρισμένος σταυρός και με τον ιερέα, ντυμένο με τα άμφιά του, καρφωμένο πάνω του σαν άλλος Εσταυρωμένος.

Στη μέση του ναού, πάνω σε μια λίμνη αίματος, με το μαύρο δαντελένιο φόρεμά της λερωμένο με κόκκινες κηλίδες, στεκόταν εκείνη… Έβγαλε την καρφίτσα που συγκρατούσε τα μακριά μαύρα μαλλιά της και τα άφησε να πέσουν στην πλάτη της. Προσπέρασε τα ερείπια και κατευθύνθηκε προς το σημείο που βρισκόταν κάποτε η είσοδος του ναού.

Φτάνοντας στην είσοδο, κοντοστάθηκε. Μπροστά στα πόδια της υπήρχε το κομμένο κεφάλι ενός κοριτσιού, με τις ξανθές μπούκλες του να έχουν βαφτεί κόκκινες από το αίμα. Εκείνη άρπαξε το κεφάλι από τα μαλλιά και το σήκωσε… Τα μάτια του αποκεφαλισμένου κοριτσιού ήταν ακόμη ορθάνοιχτα. Έμοιαζαν να την κοιτάνε. Πέταξε το κεφάλι προς τα πίσω της και βγήκε στο πλακόστρωτο του ερειπωμένου χωριού. Προσπέρασε τα άδεια σπίτια, έφτασε στα σύνορα με το πυκνοφυτεμένο πευκόδασος και χάθηκε μέσα σε αυτό…

Δεν υπήρχε κανένας μάρτυρας. Δεν είχε μείνει κανείς ζωντανός για να διηγηθεί την ιστορία της…

Maleficent

ΤΕΛΟΣ

Ακολουθεί στο "The Toymaker's Diary":
TRAPPED REBOOT

Ακολουθήστε το συγγραφέα στο Twitter
Ακολουθήστε το συγγραφέα στο Facebook
Η επίσημη σελίδα του Toymaker στο Facebook


Tweet This

Blog Widget by LinkWithin