Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

NIGHTMARES AND FAIRYTALES: MALEFICENT (ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - ΤΟ ΠΡΩΤΟ POST)


Μεσαίωνας

Γερμανία, Regensburg

Στη θέση που προηγουμένως στεκόταν ο καθεδρικός ναός του Regensburg, τώρα μπορούσε κάποιος να δει μόνο ερείπια. Ο καπνός και η στάχτη που αναδύονταν στον αέρα, σε συνδυασμό με την πρωινή υγρασία, κάλυπταν ακόμη το μέγεθος της καταστροφής.

Ο καθεδρικός του Αγίου Πέτρου, με τις οξυκόρυφες απολήξεις που νόμιζες ότι άγγιζαν τον ουρανό και τους εντυπωσιακούς δαίμονες-υδρορροές, δέσποζε στη μέση του χωριού, όπου τώρα κυριαρχούσε η σιωπή. Τα σπίτια ήταν άδεια, στους στάβλους και τις αυλές όλα τα ζώα κείτονταν στο έδαφος, με τα πρώτα σημάδια της αποσύνθεσης να κάνουν την εμφάνισή τους. Κανένα σημάδι ανθρώπινης παρουσίας.

Όταν η υγρασία καταλάγιασε, και μαζί της περιορίστηκαν ο καπνός και η στάχτη, ένα μακάβριο θέαμα αποκαλύφθηκε. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού, που είχαν συγκεντρωθεί το προηγούμενο βράδυ στο ναό, ήταν νεκροί. Μυρωδιά καμένης σάρκας και ανθρώπινου λίπους διαχεόταν στην ατμόσφαιρα. Πτώματα διαμελισμένα, άλλα χωρίς χέρια ή πόδια και άλλα χωρίς κεφάλι. Στο ιερό του ναού, ή μάλλον σε ό,τι είχε απομείνει από αυτό, έστεκε όρθιος ένας μεγάλος αναποδογυρισμένος σταυρός και με τον ιερέα, ντυμένο με τα άμφιά του, καρφωμένο πάνω του σαν άλλος Εσταυρωμένος.

Στη μέση του ναού, πάνω σε μια λίμνη αίματος, με το μαύρο δαντελένιο φόρεμά της λερωμένο με κόκκινες κηλίδες, στεκόταν εκείνη… Έβγαλε την καρφίτσα που συγκρατούσε τα μακριά μαύρα μαλλιά της και τα άφησε να πέσουν στην πλάτη της. Προσπέρασε τα ερείπια και κατευθύνθηκε προς το σημείο που βρισκόταν κάποτε η είσοδος του ναού.

Φτάνοντας στην είσοδο, κοντοστάθηκε. Μπροστά στα πόδια της υπήρχε το κομμένο κεφάλι ενός κοριτσιού, με τις ξανθές μπούκλες του να έχουν βαφτεί κόκκινες από το αίμα. Εκείνη άρπαξε το κεφάλι από τα μαλλιά και το σήκωσε… Τα μάτια του αποκεφαλισμένου κοριτσιού ήταν ακόμη ορθάνοιχτα. Έμοιαζαν να την κοιτάνε. Πέταξε το κεφάλι προς τα πίσω της και βγήκε στο πλακόστρωτο του ερειπωμένου χωριού. Προσπέρασε τα άδεια σπίτια, έφτασε στα σύνορα με το πυκνοφυτεμένο πευκόδασος και χάθηκε μέσα σε αυτό…

Δεν υπήρχε κανένας μάρτυρας. Δεν είχε μείνει κανείς ζωντανός για να διηγηθεί την ιστορία της…

Maleficent

Αρκετά χρόνια πριν…

Γερμανία, Regensburg

Μοναστήρι Αγίου Ιακώβου

Κραυγές πόνου αντηχούσαν σε ολόκληρο το μοναστήρι. Η ηγουμένη Adaleiz άνοιξε την πόρτα του κελιού απ’ όπου ακούγονταν οι κραυγές. Μια νεαρή μοναχή στεκόταν απέξω. «Έλα μέσα» της είπε. «Χρειαζόμαστε βοήθεια…»

Το εσωτερικό του κελιού φωτιζόταν από κεριά. Σε μια ξύλινη κλίνη, μια νεαρή κοπέλα προσπαθούσε να φέρει στον κόσμο το πρώτο της παιδί. Το πρόσωπό της ήταν λευκό∙ η ίδια, εξασθενημένη. «Σπρώξε λίγο ακόμη, καλή μου. Κοντεύουμε…» είπε η ηγουμένη και έκανε νόημα στη μοναχή που μπήκε μαζί της να κρατήσει τα χέρια της κοπέλας. Και η έγκυος έσπρωξε με όση δύναμη της απέμεινε. Αίμα έτρεξε ανάμεσα από τα σκέλια της και το κεφάλι ενός μωρού έκανε την εμφάνισή του. «Άλλη μία φορά…» είπε η ηγουμένη. Και μια τελευταία κραυγή βγήκε από το στόμα της κοπέλας.

Η ηγουμένη κρατούσε στα χέρια της ένα κοριτσάκι. Το μωρό δεν έκλαψε καθόλου. Πλησίασε στην ξύλινη λεκάνη με καθαρό νερό που βρισκόταν σ’ ένα τραπεζάκι δίπλα στην κλίνη. Έπλυνε το βρέφος και το τύλιξε με μια καθαρή πετσέτα. ’Έπειτα το έδωσε στη μητέρα να το κρατήσει.

Στο πρόσωπο της νεαρής μητέρας σχηματίστηκε μια έκφραση απέχθειας. Η ηγουμένη και η μοναχή δεν αντιλήφθηκαν πως τα χέρια της μητέρας είχαν τυλιχθεί γύρω από το λαιμό του βρέφους και ετοιμάζονταν να το πνίξουν. Κατάφεραν να της το αρπάξουν την τελευταία στιγμή.

«Πρέπει να πεθάνει!» είπε με όση δύναμη της είχε απομείνει.

«Μα, είναι πλάσμα του Θεού» απάντησε η ηγουμένη.

Στο πρόσωπο της μάνας σχηματίστηκε μια έκφραση τρόμου. Και με τα μάτια της ανοιχτά να κοιτάνε το κενό, άφησε την τελευταία της πνοή. Οι φλόγες των κεριών τρεμόπαιξαν…

Η ηγουμένη πήρε το βρέφος και βγήκε από το κελί. Η μοναχή την ακολούθησε.

Μια άλλη μοναχή εμφανίστηκε από το βάθος του πέτρινου διαδρόμου. «Ηγουμένη, έχει έρθει ο πατέρας…»

Ο μεσήλικας πατέρας, ο Berhtram II, ήταν ένας μεγαλογαιοκτήμονας της περιοχής. Είχε αποκομίσει πολλά κέρδη από τις Σταυροφορίες στις οποίες συμμετείχε στο παρελθόν. Είχε χάσει την πρώτη του γυναίκα πάνω στη γέννα… και τώρα έχανε κι αυτή.

Όταν η δεύτερη σύντροφός του έμεινε έγκυος την έκλεισε στο μοναστήρι. Δεν ήθελε να μάθει κανείς τίποτα. Ήδη στο χωριό τα σχόλια δεν είχαν κοπάσει για το θάνατο της πρώτης γυναίκας του. Φρόντισε, μάλιστα, να κλείσει τα στόματα των μοναχών με μια μεγάλη δωρεά.

Η ηγουμένη παρέδωσε το βρέφος στον πατέρα. «Είναι πανέμορφη…» του είπε. Εκείνος δε μίλησε. Πήρε το βρέφος και έφυγε από το μοναστήρι. Το κελί που γεννήθηκε το βρέφος σφραγίστηκε για να μην ξανανοίξει ποτέ. Η μητέρα θάφτηκε στο προαύλιο του μοναστηριού χωρίς κανένα σημάδι που να προδίδει τον τάφο της.

Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος…

… όταν ο πατέρας εμφανίστηκε στο μοναστήρι με τη μικρή στα χέρια του. Ήθελε να τη βαφτίσει. Όλα ήταν έτοιμα. Αλλά μόλις το αγιασμένο νερό άγγιξε το μωρό, εκείνο έβαλε τα κλάματα. Ήταν η πρώτη φορά που άκουσε κάποιος τη Maleficent –γιατί αυτό το όνομα θα της έδιναν– να κλαίει· θα ήταν και η τελευταία.

Το κλάμα ήταν τόσο δυνατό, που ο ιερέας παρέδωσε με βιασύνη το μωρό στον πατέρα. Οι μοναχές σταυροκοπήθηκαν. Η τελετή δεν ολοκληρώθηκε. «Πάρτε το μωρό και φύγετε. Η γέννησή της ήταν προσβολή για το Θεό. Πώς περιμένατε να τη δεχτεί στην αγκαλιά του;» είπε οργισμένος ο ιερέας.

Ο πατέρας πήρε το μωρό κι έφυγε…

Το ίδιο βράδυ, το μοναστήρι τυλίχτηκε στις φλόγες. Ο ιερέας που αποπειράθηκε να βαφτίσει τη Maleficent, η ηγουμένη και η μοναχή που την ξεγέννησαν, βρήκαν φρικτό θάνατο.

Τα χρόνια περνούσαν…

Η Maleficent ζούσε απομονωμένη μαζί με τον πατέρα της στο κάστρο τους, που βρισκόταν έξω από το χωριό. Όσο η κοπέλα μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο όμορφη. Η επιδερμίδα της έμοιαζε σχεδόν διάφανη. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους και την πλάτη της. Τα χείλη της ήταν κόκκινα σαν το αίμα που αναβλύζει από μια ανοιχτή πληγή. Και τα μάτια της ήταν τα πιο εκφραστικά που είχε δει ποτέ κανείς. Θα έλεγε κάποιος πως μόνο με ένα της βλέμμα θα μπορούσε να ελέγξει τον οποιονδήποτε. Αλλά όλοι τη φοβόντουσαν… Οι υπηρέτες, οι εργάτες στα χωράφια, οι κάτοικοι του χωριού… Στα μαύρα μάτια της έβλεπαν μόνο το κακό…

Μια μέρα, η Maleficent κρυφάκουσε τους υπηρέτες που συζητούσαν. Ήταν μαζεμένοι στην κουζίνα για το γεύμα τους. Η Maleficent, που έτυχε να περνάει απέξω, άκουσε το όνομά της. Στάθηκε πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα και τους άκουσε να μιλούν. Και έμαθε αυτό που όλοι ήξεραν…

Έμαθε το μυστικό που φύλαγε ο πατέρας της από εκείνη…

Η Maleficent ήταν παιδί της αδερφής της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

(η ιστορία θα ολοκληρωθεί σε δύο posts)

Tweet This

Blog Widget by LinkWithin