Το χωριό Lea -σημαίνει ξέφωτο- ονομάστηκε έτσι από τους πρώτους κατοίκους γιατί εκεί, με το πυκνό δάσος του Arden να το περιτριγυρίζει, πίστευαν ότι θα έβρισκαν προστασία από τα πλάσματα του σκότους. Οι πρώτοι κάτοικοι έχτισαν τα σπίτια τους εκεί το 1275.
Βελανιδιές, Πασχαλιές, βατομουριές, και άγριες τριανταφυλλιές γέμιζαν το δάσος γύρω από το χωριό.
Ο ήλιος μόλις είχε δύσει και οι κάτοικοι ήλπιζαν σε μια ήσυχη νύχτα.
Ο εφημέριος του χωριού μόλις άκουσε τα ουρλιαχτά των πλασμάτων του σκότους έτρεξε προς το καμπαναριό και άρχισε να χτυπάει την καμπάνα της εκκλησίας με όλη του τη δύναμη. Οι πόρτες των σπιτιών άρχισαν να κλειδώνουν. Σε λίγο κανείς δε θα κυκλοφορούσε και μέσα στα σπίτια το φως θα ήταν ελάχιστο, προερχόμενο από μερικά κεριά που σε λίγο θα έσβηναν και εκείνα.
Σε ένα σπίτι επικρατούσε όμως αναταραχή αφού η μοναχοκόρη τους, η Κοκκινοσκουφίτσα -την αποκαλούσαν έτσι όλοι από το κόκκινο πανωφόρι με την κουκούλα που συνήθιζε να φοράει- δεν είχε επιστρέψει... Είχε βγει νωρίτερα για να μαζέψει βατόμουρα και τριαντάφυλλα... Οι ώρες περνούσαν και η Κοκκινοσκουφίτσα παρέμενε άφαντη...
Την ίδια στιγμή βαθιά στο δάσος του Arden...
...ένα κοριτσάκι έμοιαζε να έχει χαθεί... Ο αέρας φυσούσε δυνατός και έκανε το κόκκινο πανωφόρι της να ανεμίζει... Το φως του φεγγαριού, το σχήμα του οποίου μαρτυρούσε ότι η πανσέληνος πλησίαζε σε λίγες μέρες, που το έκρυβαν τα ψηλά δέντρα που θαρρείς ότι έφταναν στον ουρανό δεν επαρκούσε ώστε να βρει το δρόμο της για το σπίτι. Τώρα κρύωνε...
Ξαφνικά πίσω από μερικούς θάμνους είδε δύο κόκκινα μάτια να την κοιτάνε...
Το καλάθι της που ήταν γεμάτο βατόμουρα και κόκκινα τριαντάφυλλα έπεσε στο χώμα. Άρχισε να τρέχει. Πίσω της κάτι την κυνηγούσε... ζώο ή πλάσμα του σκότους σαν αυτά που ανέφερε ο εφημέριος κάθε Κυριακή, πλάσματα που ζουν σε κρυμμένα και βγαίνουν μόνο όταν πέφτει το σκοτάδι; Τότε κάτι την άρπαξε από το πανωφόρι... Ούρλιαξε... τα νύχια αυτού του ζώου εισχώρησαν στη σάρκα της... Έπεσε στο υγρό χώμα...
Το πλάσμα στεκόταν από πάνω της. Το κοίταξε. Ο φόβος την είχε κυριεύσει... Δεν το έβλεπε καλά, αλλά ένιωθε την ανάσα του... και τώρα ένιωθε την ανάσα του πιο κοντά της... και τότε έχασε τις αισθήσεις της.
Την επόμενη μέρα...
Οι άντρες του χωριού Lea, συγκεντρώθηκαν και άρχισαν να αναζητούν την Κοκκινοσκουφίτσα στο δάσος. Τελικά την βρήκαν πεσμένη στο έδαφος, βρώμικη, με το κόκκινο πανωφόρι σκισμένο και με ελάχιστες πληγές αλλά ζωντανή. Τη ρώτησαν τι είχε συμβεί αλλά δε θυμόταν τίποτα... σαν να μην είχε υπάρξει για εκείνην το προηγούμενο βράδυ...
Για τις επόμενες μέρες τα ουρλιαχτά από τα πλάσματα του σκότους σταμάτησαν και οι καμπάνες της εκκλησίας σιώπησαν...
Μία εβδομάδα μετά...
Οι κάτοικοι άκουσαν ξανά τα ουρλιαχτά. Κλειδώθηκαν μέσα στα σπίτια τους. Την επόμενη μέρα όμως θα επικρατούσε αναταραχή. Όλα αυτά τα χρόνια τα πλάσματα του σκότους δεν πλησίαζαν το χωριό και αυτό γιατί ήταν κρυμμένο σε τέτοιο σημείο που δύσκολα θα το εντόπιζαν. Το άγριο δάσος και τα βράχια που το περιτριγύριζαν το προστάτευαν. Την ημέρα εκείνη όμως όλα τα ζώα του χωριού βρέθηκαν νεκρά... Σφαγμένα, κομματιασμένα.
Ο εφημέριος όταν αντίκρισε το θέαμα έκανε το σταυρό του.
"Μα πως εντόπισαν το χωριό; Και γιατί δεν πείραξαν κανέναν από τους ανθρώπους;" αναρωτήθηκε φωναχτά... Βέβαια υπήρχε κάτι άλλο που τον τρομοκρατούσε πιο πολύ... Απόψε το φεγγάρι θα ήταν γεμάτο... και αν τα πλάσματα ήξεραν το δρόμο για το χωριό, δεν ήθελε να σκεφτεί τι θα επακολουθούσε... Γι' αυτό κάλεσε όλους τους κατοίκους να περάσουν τη νύχτα στο ναό, να προσευχηθούν και να έχουν μαζί τους ότι κυνηγετικό όπλο διέθεταν σε περίπτωση που χρειαζόταν να τα αντιμετωπίσουν.
Το ίδιο βράδυ...
Οι κάτοικοι είχαν συγκεντρωθεί όλοι στο ναό... Τελευταίοι μπήκαν οι γονείς της Κοκκινοσκουφίτσας με την κόρη τους και τον εφημέριο. Πίσω τους κλείδωσε η πόρτα. Τα ουρλιαχτά των πλασμάτων ακουγόντουσαν σε όλο το δάσος και όσο περνούσε η ώρα ακουγόντουσαν όλο και πιο κοντά.
Κανείς δεν είχε προσέξει όμως τα μάτια της Κοκκινοσκουφίτσας. Είχαν γίνει κόκκινα...
Σηκώθηκε από τη θέση της και κατευθύνθηκε στην πόρτα του ναού.
"Τι κάνεις εκεί κορίτσι μου;" είπε ο εφημέριος.
Η Κοκκινοσκουφίτσα γύρισε και κοίταξε τους φοβισμένος κατοίκους. Τότε όλοι είδαν τα μάτια της. "Βρήκαν το δρόμο... Δε μπορούσαν μέχρι να με συναντήσουν... Δε μπορούν να μπουν, αν δεν τους προσκαλέσει κάποιος, αν δεν τους ανοίξει κάποιος..." είπε εκείνη και με δύναμη που δε συναντάει κανείς σε μικρό κορίτσι έβγαλε τη σιδεριά που έφραζε την πόρτα και την άνοιξε... Και τα νύχια των χεριών της μεγάλωσαν... το σαγόνι της επιμηκύνθηκε... έγινε κάτι που θύμιζε λύκο... κάτι ανάμεσα σε λύκο και άνθρωπο.
Έξω από την πόρτα πλάσματα όμοια με αυτήν περίμεναν... και τότε χύθηκαν μέσα στο ναό και άρχισαν να κομματιάζουν τους κατοίκους. Με τα δόντια τους έκοβαν σάρκες και μέλη των σωμάτων... Ένα ποτάμι αίματος δημιουργήθηκε στο ναό. Οι κάτοικοι δε μπόρεσαν να αντιδράσουν.
Ο εφημέριος στεκόταν κοντά στην Αγία Τράπεζα, όταν ένα πλάσμα τον πλησίασε και με τα νύχια του, του έκοψε το κεφάλι, το οποίο κύλησε μπροστά στον ξύλινο εσταυρωμένο που βρισκόταν μπροστά από την Αγία Τράπεζα.
Την επόμενη μέρα...
Το χωριό είχε αποκτήσει νέους κατοίκους, κάτοικοι που ήξεραν πως θα έμεναν εκεί προσωρινά... Μέχρι να τους "καλέσουν" σε κάποιο άλλο χωριό και να γίνει αυτό η νέα τους κατοικία...
Ένα κοριτσάκι με κόκκινο πανωφόρι έβγαινε από το σπίτι του κρατώντας ένα καλάθι... θα πήγαινε στο δάσος να μαζέψει άγρια τριαντάφυλλα... Μέχρι το βράδυ... μέχρι την μεταμόρφωση...
ΤΕΛΟΣ
Ακολουθούν στο Toymaker's Diary:
ΟΙ ΦΎΛΑΚΕΣ (25/12)
SILENT NIGHT EVIL NIGHT (31/12)
Η ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΛΕΥΚΑ 2Tweet This








1 σχόλια:
βασικά όταν έπεσε κάτω η κορασίδα περίμενα κάναν άγριο βιασμό από τον λύκο αλλα οκ την επόμενη φορά χιχιχι
Δημοσίευση σχολίου