Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

SECTA (ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑ)

SECTA
Πιστέψτε σε Αυτόν

το πρώτο post

Κοιμητήριο Père-Lachaise, Παρίσι…

Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά το κοιμητήριο θα έκλεινε τις πύλες του για το κοινό. Το κοιμητήριο Père-Lachaise ήταν περισσότερο γνωστό ως το κοιμητήριο των διασήμων. Κορυφαίοι επιστήμονες, λόγιοι, καλλιτέχνες, ηθοποιοί, μουσικοί, Γάλλοι και μη, είχαν επιλέξει το Père-Lachaise ως τελευταία κατοικία τους.
Ταυτόχρονα, κάθε τάφος ήταν και ένα έργο τέχνης αφού διακοσμούνταν με έργα διάσημων γλυπτών.

Βέβαια αυτός δεν ενδιαφερόταν για τίποτα από αυτά. Στεκόταν στη διπλή σιδερένια πύλη του νεκροταφείου και περίμενε. Είχε τραβήξει το βλέμμα κάποιων αλλά οι περισσότεροι δεν έδωσαν σημασία. Ένας μοναχός σε ένα μέρος σαν και αυτό δεν ήταν και το πιο περίεργο πράγμα στον κόσμο.
Τον πονούσε η πλάτη του. Η χθεσινοβραδινή αυτοτιμωρία με το μαστίγιο με τα καρφιά του είχε αφήσει έντονες πληγές και η τρίχινη στολή που φορούσε τις έξυνε κάνοντας πιο έντονο τον πόνο. Η κουκούλα που φορούσε έκανε το πρόσωπο του σχεδόν απροσπέλαστο στον κόσμο.

Το κοιμητήριο σε λίγο θα έκλεινε. Αυτός μπήκε μέσα. Χάθηκε στο βάθος του και κρύφτηκε πίσω από μερικά δέντρα ώστε να μην τον εντοπίσει κανείς. Είχε επισκεφτεί άλλωστε το νεκροταφείο τόσες φορές τον τελευταίο καιρό. Ήλπιζε μόνο να μην τον έπαιρνε είδηση κανένα από τα παράνομα ζευγαράκια που τρύπωναν κρυφά στο Père-Lachaise για να ζήσουν τον έρωτα τους.

Είχε περάσει μια ώρα…

Το κοιμητήριο Père-Lachaise ήταν κλειστό. Ο φύλακας είχε διώξει τους τελευταίους επισκέπτες και είχε επιστρέψει στο κατάλυμα του στην είσοδο. Ο μοναχός βγήκε από την κρυψώνα του. Σκοτάδι παντού.
Έβγαλε από την τσέπη του χιτωνίου του ένα κερί και ένα κουτί σπίρτα. Άναψε το κερί και χωρίς άλλη καθυστέρηση κατευθύνθηκε δεξιά… μετά έστριψε αριστερά από ένα μαυσωλείο μιας αριστοκρατικής οικογένειας της Γαλλίας του περασμένου αιώνα. Σταμάτησε για μερικά δευτερόλεπτα και το κοίταξε στρέφοντας προς τα εκεί το κερί… "Τι ματαιόδοξο, και τι άσχημο!" σκέφτηκε και συνέχισε… Έφτασε στο τέλος του μονοπατιού και μετά έστριψε δεξιά. Έφτασε…

Ο μοναχός στεκόταν μπροστά σε έναν τάφο. Στην μαρμάρινη πλάκα που σκέπαζε τον τάφο δεν υπήρχε το όνομα του νεκρού. Ο τάφος διακοσμούνταν από ένα περίεργο γλυπτό.
Ένας ανδρόγυνος άγγελος-δαίμονας… Είχε φτερά, σώμα και ένδυμα αγγέλου, αλλά νύχια και κέρατα διαβόλου… και το πρόσωπο… το μισό απεικόνιζε άγγελο και το άλλο μισό διάβολο…

Ο μοναχός γονάτισε…
Έβγαλε το ροζάριο του και άρχισε να προσεύχεται… Και τότε ξέσπασε σε λυγμούς.
Όλη αυτή την ώρα δεν είχε αντιληφθεί ότι κάποιος τον παρακολουθούσε.
Κάποιος που τώρα στεκόταν από πίσω του.

Μια ψηλή φιγούρα, ντυμένη με ένα μαύρο μανδύα.
Πριν προλάβει να το καταλάβει ο μοναχός δύο τεράστιες λεπίδες έκοψαν τα χέρια του από τη ρίζα και έπεσαν στη μαρμάρινη πλάκα. Η μια παλάμη κρατούσε ακόμα το ροζάριο.
Οι κραυγές του αντήχησαν σε όλο το νεκροταφείο.

Οι λεπίδες τώρα άγγιξαν το λαιμό του. Σε δευτερόλεπτα το κεφάλι του κόπηκε και κατέληξε με τα μάτια ανοιχτά και με τον τρόμο εντυπωμένο πάνω τους στη βάση του γλυπτού.
"Deus vult" είπε η μορφή πίσω του και εξαφανίστηκε.

Και τότε συνέβη… Το ανδρόγυνο γλυπτό δάκρυσε… δάκρυσε αίμα…

Έτος 1245… Γαλλία, Bezier…

"Σκοτώστε τους όλους! Ο Θεός θα αναγνωρίσει τους δικούς του."

Αυτή ήταν η απάντηση του Λεγάτου του ποντίφικα Arnaud Amaury όταν ρωτήθηκε πώς θα ξεχωρίσουν τους αιρετικούς –Καθαρούς- από τους άλλους κατοίκους της κατακτημένης πόλης Bezier. Και έτσι έγινε… Ένα ποτάμι αίματος ήταν το αποτέλεσμα…
Δε λυπήθηκαν ούτε τα βρέφη, ούτε τις γυναίκες… Σε λίγο καιρό κανείς δε θα μιλούσε για τους Καθαρούς…

Οι Καθαροί ήταν περισσότερο ισχυροί στη νότια Γαλλία, όπου έδρασαν υπό την ονομασία Albigenses. Η θέαση του κόσμου ήταν γι’ αυτούς κατεξοχήν δυϊστική… πίστευαν ότι το σύμπαν ελέγχεται από δύο ανταγωνιστικές δυνάμεις του Καλού και του Κακού.
Χωρίζονταν σε δύο ομάδες: τους Πιστούς, που αποτελούσαν και τη μεγάλη μάζα, και τους Τέλειους, τους ιερουργούς, οι οποίοι απείχαν, μεταξύ άλλων, και από τη συνουσία.

Ο Ποντίφικας είχε ενοχληθεί με την αυξανόμενη επιρροή τους και σε συνεργασία με το βασιλιά της Γαλλίας έδωσε εντολή να εξολοθρευτούν χαρακτηρίζοντας τους ως αιρετικούς.
Ο Λεγάτος προχωρούσε τώρα στο κεντρικό δρομάκι της πόλης Bezier… Γύρω του μόνο νεκροί. Παρατήρησε κάτι να κινείται ανάμεσα σε ένα σορό από πτώματα. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί και έκανε νόημα σε έναν στρατιώτη να ελέγξει. Μέσα από το σορό ξεπρόβαλε ένα μικρό αγοράκι. Ο στρατιώτης ήταν έτοιμος να του πάρει το κεφάλι όταν ο Λεγάτος τον σταμάτησε. "Όμορφο αγόρι…" είπε και συνέχισε… "Δώστε το στους ακολούθους μου… θα έρθει μαζί μου…"

Εκείνη τη στιγμή ένας αγγελιοφόρος από τη Ρώμη κατέφθασε κρατώντας ένα γράμμα με την παπική βούλα πάνω. Ο Λεγάτος το πήρε στα χέρια του.
"Έχω εντολή από την Αγιότητα του να σας πω να το διαβάσετε αμέσως". Και έτσι έγινε.
Ο λεγάτος αμέσως χλόμιασε.
"Είστε καλά;" τον ρώτησε κάποιος από τους ακολούθους του.
"Πρέπει να επιστρέψουμε αμέσως στην Ιταλία."
"Έχει να κάνει με τους Καθαρούς;"
"Οι Καθαροί δεν ήταν τίποτα, μπροστά σε αυτό που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε."
Και αυτή ήταν η τελευταία του κουβέντα. Την ίδια μέρα κιόλας πήραν το δρόμο της επιστροφής.

Σημερινή εποχή, Βατικανό…


Ο νεοεκλεγείς Ποντίφικας καθόταν στον παπικό θρόνο περισσότερο ανήσυχος από ποτέ… Περίμενε…
Σε λίγο ένας καρδινάλιος έκανε την εμφάνιση του.
"Άγιε Πατέρα, ήρθε."
"Πες του να περάσει…"
Σε λίγο ένας μοναχός έκανε την εμφάνιση του… Ετοιμάστηκε να υποκλιθεί.
"Άσε τις εθιμοτυπίες…" είπε ο Ποντίφικας. "Σε ακούω..."
"Secta" είπε ο μοναχός…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Tweet This

Blog Widget by LinkWithin