Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ
Κοιτούσε το ρολόι στον τοίχο. Όταν οι δύο δείκτες έδειξαν τρεις ακριβώς, πήρε την τσάντα του και βγήκε από το γραφείο. Μπήκε στο ασανσέρ. Δεν άντεχε όλο αυτόν τον συνωστισμό στον ελάχιστο χώρο του ασανσέρ αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς. Βγήκε στο δρόμο.
Οι ίδιες κινήσεις κάθε μέρα, την ίδια ώρα... η ίδια αέναη επανάληψη.
Γύρω του τσιμέντο. Κτίρια που ανταγωνίζονταν το ένα το άλλο για το ποιο θα αγγίξει πρώτο τον ουρανό. Ξαφνικά είδε ένα περιστέρι να στέκεται μπροστά του στο πεζοδρόμιο. Αν δεν έχανε κάθε ίχνος λογικής θα έλεγε πως το περιστέρι τον κοιτούσε. Άρχισε να το ακολουθεί. Πρέπει να είχαν περάσει σχεδόν δύο ώρες όταν σταμάτησε κουρασμένος μπροστά σε ένα κήπο. Μπήκε μέσα. Ήταν πανέμορφα. Πως δεν είχε ανακαλύψει μέχρι τότε αυτό το μέρος;
Πλακόστρωτο και γεμάτο δέντρα. Και τότε παρατήρησε κάτι με φρίκη. Σε κάθε δέντρο, στο ψηλότερο κλαδί ήταν κρεμασμένη και μια καρδιά. Μια ανθρώπινη καρδιά...
"Τι στο καλό;" αναρωτήθηκε.
"Αυτός είναι ο κήπος με τα δέντρα" άκουσε μια φωνή και γύρισε την πλάτη του. Σε ένα παγκάκι πίσω του καθόταν μια ηλικιωμένη κυρία με ένα καλάθι γεμάτο μπουκετάκια λουλούδια.
"Θέλεις να αγοράσεις ένα;"
"Τι είπατε πως είναι;"
"Μα ο κήπος με τα δέντρα με τις κρεμασμένες καρδιές!"
"Μα πως;"
"Εδώ είναι όλες εκείνες οι καρδιές που πέθαναν από έρωτα και από αγάπη."
"Και γιατί είναι κρεμασμένες;" κάνοντας την ερώτηση, του φάνηκε τόσο παράλογα λογική.
"Γιατί περιμένουν να ελευθερωθούν. Αν και ελευθερώνονται σπάνια... Θα αγοράσεις ένα μπουκετάκι;"
Δεν πίστευε ούτε σε αυτά που έβλεπε, ούτε σε αυτά που άκουγε... "Και αν δεν ελευθερωθούν;"
"Θα μείνουν για πάντα εδώ. Παράδειγμα, δες εκείνη την καρδιά" και του έδειξε ένα δέντρο στα δεξιά του, ένα δέντρο γεμάτο άνθη σαν της κερασιάς. Η καρδιά στο δέντρο ήταν γεμάτη πληγές...
"Γιατί οι πληγές;"
"Γιατί είναι η καρδιά μιας προδομένης αγάπης"
"Και αυτή;" είπε και έδειξε στη γριά κυρία μια άλλη καρδιά σε ένα δέντρο ακριβώς δίπλα, ένα δέντρο με κίτρινα φύλλα, σαν το χρώμα που παίρνουν τα φύλλα το φθινόπωρο. Η καρδιά στο δέντρο αυτό έμοιαζε μαραμένη.
"Αγάπη χωρίς ανταπόκριση, καλέ μου..."
"Εκείνη;" και έδειξε ο νεαρός ένα δέντρο μπροστά του... ένα δέντρο χωρίς φύλλα, με μόνο ένα άνθος στο ψηλότερο κλαδί από όπου κρεμόταν η καρδιά... Μια καρδιά που έσταζε αίμα... Η γριά σηκώθηκε από το παγκάκι.
"Πάρε ένα μπουκετάκι λουλούδια, στο χαρίζω..." και έπιασε το νεαρό από το μπράτσο.
"Αυτή είναι η καρδιά κάποιου που διψούσε για αγάπη αλλά δεν αγαπήθηκε ποτέ... μια καρδιά που έβαλε πρόωρο τέλος στη ζωή της... Αυτή είναι η δική σου καρδιά..."
Τότε ένιωσε μια ζαλάδα... νόμισε ότι τρελαινόταν... και τότε θυμήθηκε... τον εαυτό του να ανεβαίνει στην ταράτσα του κτιρίου όπου εργαζόταν και μετά η πτώση στο κενό... και μετά ο κρότος...
"Έλα πάμε μια βόλτα" είπε η γριά... τον έπιασε από το μπράτσο ξανά και χάθηκαν στον κήπο με τα δέντρα.
ΤΕΛΟΣ








0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου