«Σε παρακαλώ, κάνε μου μια χάρη;»
«Τι;»
«Άνοιξε την τσάντα μου, μέσα θα βρεις ένα σακουλάκι με κάτι στριμμένα τσιγάρα. Κάνε ένα θα σε χαλαρώσει!»
«Δεν το πιστεύω ότι έφερες μαζί σου χόρτο!»
«Θα συνεχίσετε έτσι σε όλο το ταξίδι;» είπε ο Jack που καθόταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μαζί με την Patricia.
«Είμαι σίγουρος ότι ο δρόμος κάπου οδηγεί… Ας συνεχίσουμε λοιπόν και ας χαλαρώσουμε…» είπε και άνοιξε την τσάντα του Jonathan και την ψαχούλεψε. Βρήκε ένα κλειστό σακουλάκι που περιείχε μερικά στριμμένα τσιγάρα. Πήρε ένα και το άναψε… Στη συνέχεια το έδωσε στον Jonathan.
Στο τιμόνι ο Jonathan έμοιαζε να το διασκεδάζει, παρά τον εκνευρισμό της Mary που καθόταν δίπλα του.
Είχε περάσει αρκετή ώρα όταν τα βλέμματα όλων στράφηκαν στα δεξιά τους, σε ένα φράχτη από σύρμα… Πάνω στο φράχτη υπήρχαν νεκρά πουλιά με τα φτερά τους ανοιγμένα.
«Αποκλείεται να βρέθηκαν εκεί από μόνα τους, ή να παγιδεύτηκαν… Κάποιος τα έβαλε εκεί…» είπε η Mary… Πίσω από το φράχτη και σε βάθος αρκετών μέτρων διακρίνονταν μια στρατιωτική εγκατάσταση. Μόνο που έμοιαζε εγκαταλειμμένη.
«Τρομάζω…» είπε η Mary…
«Στα νότια της Νεβάδα, είμαστε αγάπη μου. Τι περίμενες; Έρημος, σκόνη και παλιές στρατιωτικές εγκαταστάσεις! Τίποτα άλλο δε θα δεις…». Άλλα η απάντηση του Jonathan δεν την κάλυψε.
«Νομίζω ότι πρέπει να γυρίσουμε πίσω και να πάρουμε την άλλη στροφή…»
«Θα αστειεύεσαι; Εγώ νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε μια στάση, να δούμε τις εγκαταστάσεις.»
Η Mary τον κοίταξε γουρλώνοντας τα μάτια, αλλά ο Jonathan είχε ήδη σταματήσει το αυτοκίνητο.
Η Patricia έβαλε τα γέλια… «Μωρό μου τι θα έλεγες για άγριο σεξ στην έρημο;» είπε και κοίταξε τον Jack.
«Φύγαμε!» απάντησε και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου τραβώντας μαζί του την Patricia. Πήδηξαν το φράχτη και κατευθύνθηκαν στη στρατιωτική εγκατάσταση.
Η Mary πλησίασε το φράχτη με την αηδία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της.
«Έλα πάμε…» είπε ο Jonathan που είχε βγει ήδη έξω από το αμάξι.
«Jonathan θα ήθελα κάτι να σου πω.»
«Ότι είναι μου το λες αργότερα…»
Σε λίγα λεπτά όλοι τους βρίσκονταν στην στρατιωτική εγκατάσταση…
«Εμείς θα τα πούμε σε λίγο…» είπε ο Jack και πήρε τη Patricia μέσα σε ένα από τα πολλά κτίρια των εγκαταστάσεων.
Στο συγκεκριμένο κτίριο υπήρχαν μέσα μεταλλικά βαρέλια… όλα καλυμμένα από αρκετά εκατοστά άμμου και σκόνης.
Η Patricia είχε βγάλει ήδη τη μπλούζα της και το τζιν της και είχε μείνει με το εσώρουχο.
«Θα κοιτάς για πολύ ακόμη τα βαρέλια;» είπε στον Jack.
Αυτός όρμησε πάνω της και την έριξε πάνω στο έδαφος από άμμο.
Ξαφνικά ένα βαρέλι έπεσε…
Ο Jack γύρισε και κοίταξε… «Είναι κανείς εδώ; Mary; Jonathan;»…
«Jack φοβάμαι λίγο…»
«Δεν υπάρχει λόγος…» είπε ο Jack και σηκώθηκε από πάνω της αφήνοντας το φερμουάρ του τζιν του κατεβασμένο. Κατευθύνθηκε προς τα βαρέλια… τίποτα… στη συνέχεια γύρισε προς τη Patricia. «Είδες… δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας…»
Το πρόσωπο της Patricia τότε παραμορφώθηκε… σήκωσε το δεξί της χέρι και έδειξε πίσω από τον Jack.
Εκείνος δεν πρόλαβε να αντιδράσει…. Ένα τσεκούρι καρφώθηκε από πίσω ανάμεσα στα πόδια του και στα γεννητικά του όργανα… αίμα άρχισε να τρέχει από τα σκέλη του… Στη συνέχεια ότι ή όποιος ήταν πίσω από τον Jack τράβηξε το τσεκούρι και το κάρφωσε με δύναμη στο λαιμό του… ο Jack έπεσε νεκρός…
Όλη αυτή την ώρα η Patricia είχε παγώσει… και ξαφνικά έβαλε τις κραυγές… Και τότε το είδε να κατευθύνεται προς το μέρος της… Έμοιαζε με άνθρωπο αλλά είχε τεράστια εξογκώματα στο κεφάλι… και το δέρμα του ήταν γεμάτο πληγές.
Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην πόρτα, την άνοιξε και πήγε να βγει έξω όταν αυτό την άρπαξε από τα μαλλιά και την τράβηξε πάλι μέσα…
«Άκουσες κάτι;»
«Όχι, γιατί;» απάντησε ο Jonathan στη Mary.
«Νομίζω πως άκουσα τη φωνή της Patricia…»
«Θα περνάνε καλά με τον Jack μάλλον. Μήπως ήρθε η ώρα να περάσουμε και εμείς καλά;»
«Ούτε να το σκέφτεσαι εδώ μέσα!»
Ο Jonathan και η Mary βρισκόντουσαν στο μεγαλύτερο κτίριο της εγκατάστασης που αποτελούνταν από τρία δωμάτια. Στα δύο δεν είδαν τίποτα πέρα από μεταλλικά βαρέλια…
«Αυτή η πόρτα δεν ανοίγει. Πρέπει να έχει μαγκώσει.» είπε ο Jonathan.
«Εγώ λέω πως αρκετά μείναμε σε αυτό το μέρος…»
Ο Jonathan έψαξε τριγύρω του μέχρι που βρήκε ένα λοστό. Τον έβαλε στο κλείσιμο της πόρτας και άρχισε να σπρώχνει. Η πόρτα άνοιξε. Μπήκε μέσα…
Στην αρχή δεν είπε τίποτα…
«Jonathan είσαι καλά;» αλλά η Mary δεν πήρε απάντηση. Τον ακολούθησε λοιπόν.
«Θεέ μου, δεν είναι δυνατόν!» ήταν η κουβέντα που ξεστόμισε η Mary όταν μπήκε στο τελευταίο δωμάτιο.
Την ίδια στιγμή…
H Patricia συνερχόταν… Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν ένα χτύπημα στο κεφάλι. Προσπάθησε να κουνηθεί. Μάταια! Ήταν δεμένη σε κάτι που θύμιζε φορείο.
Μια λάμπα κρεμασμένη από το ταβάνι κουνιόταν πέρα δώθε… το φως της ήταν το μοναδικό στο χώρο. Παράθυρα πουθενά…
Η Patricia συνειδητοποίησε πως πρέπει να βρισκόταν στο υπόγειο ενός από τα κτίρια.
Κοίταξε γύρω της… Οστά… Σκελετοί… σκελετοί ανθρώπων ντυμένων με στρατιωτικά ρούχα…
Ήθελε να φωνάξει αλλά ποιος θα την άκουγε;
Θυμήθηκε τον Jack και έβαλε τα κλάματα…
Τότε συνειδητοποίησε πως δεν ήταν μόνη… άκουγε ανάσες… που όλο και την πλησίαζαν… Ξαφνικά είδε από πάνω της, στα δεξιά της, να στέκεται αυτό το πράγμα, γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε να το αποκαλέσει, που σκότωσε τον Jack… Σάλιο έτρεξε από το ανοιχτό, γεμάτο σάπια δόντια στόμα του και κατέληξε στο πρόσωπο της Patricia.
Ένα άλλο πλάσμα έκανε την εμφάνιση του στα αριστερά της. Αυτό είχε εξογκώματα σχεδόν σε όλο του το σώμα. Κρατούσε ένα κομμάτι ξύλο… Και ένα άλλο πλάσμα εμφανίστηκε αυτή τη φορά στα πόδια της. Το πλάσμα στα αριστερά της ακούμπησε την άκρη του ξύλου στην περιοχή των γεννητικών οργάνων της Patricia.
«Μη σας παρακαλώ, αφήστε με να φύγω…»
Και τότε το ξύλο εισχώρησε μέσα στον κόλπο της Patricia. Αίμα άρχισε να τρέχει. Τα άλλα δύο πλάσματα άρχισαν να χοροπηδάνε σαν παιδιά που τους έδωσαν το καλύτερο παιχνίδι.
Εκείνη τη στιγμή ένα άλλο πλάσμα, γερασμένο, με το δέρμα να κρέμεται βγήκε από το σκοτάδι στο βάθος του δωματίου. Έβγαλε κάτι άναρθρες κραυγές και έδειξε προς τα πάνω…
Η Mary δεν πίστευε στα μάτια της…
«Πρέπει να γινόταν κάποιου είδους πείραμα εδώ πέρα…» είπε ο Jonathan.
Στο δωμάτιο που είχαν μπει υπήρχαν παντού γυάλες με έμβρυα… έμβρυα παραμορφωμένα…
H Mary πλησίασε μια γυάλα και έσκυψε να κοιτάξει από κοντά… Και τότε το έμβρυο κουνήθηκε… Εκείνη έκανε μερικά μικρά βήματα προς τα πίσω και έπεσε στο πάτωμα.
Ο Jonathan κοιτούσε κάτι χαρτιά που βρήκε πάνω σε ένα γραφείο…
«Προσπαθούσαν να δημιουργήσουν κάτι εδώ… και μάλλον απότυχαν…»
«Δε με νοιάζει, πάμε να φύγουμε τώρα!»
«Μάλλον έχεις δίκιο. Να βρούμε τον Jack και την Patricia…»
Βγήκαν από το δωμάτιο και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο του κτιρίου.
Αν και ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει το φως ήταν αρκετό…
Η Mary βγήκε πρώτη… και έβαλε αμέσως τις κραυγές… Απέναντι της δεμένος σε πάσαλο και νεκρός ήταν ο Jack… Το στομάχι του ήταν ανοιγμένο με τα έντερα και τα εντόσθια να έχουν χυθεί έξω…
Τότε είδαν αυτά… τα πλάσματα που σκότωσαν τον Jack και την Patricia να εμφανίζονται ανάμεσα από τα κτίρια στα δεξιά τους και στα αριστερά τους. Μόνο που ήταν και άλλα μαζί τους…
«Τι είναι αυτά;» φώναξε η Mary.
«Νομίζω πως το πείραμα για το οποίο λέγαμε πριν, ε πέτυχε!» απάντησε ο Jonathan.
Ο Jonathan την άρπαξε από το χέρι και άρχισαν να τρέχουν ευθεία προς το αυτοκίνητο που ήταν σταματημένο ακόμα στο δρόμο.
Και τότε ένα μικρό τσεκούρι που εκτοξεύθηκε από τα χέρια ενός πλάσματος καρφώθηκε στην πλάτη του Jonathan. Εκείνος έπεσε στο χώμα.
Η Mary έπεσε από πάνω του και άρχισε να κλαίει…
«Φύγε σε παρακαλώ…»
«Δε φεύγω χωρίς εσένα…»
«Φύγε τώρα!» είπε ο Jonathan και ξεψύχησε…
Η Mary συνέχισε να κλαίει αλλά είδε τα πλάσματα να την πλησιάζουν…
«Jonathan , ήθελα να σου πω πως είμαι έγκυος…» είπε η Mary.
Τα πλάσματα πλησίαζαν τώρα πιο κοντά.
Έψαξε τις τσέπες του Jonathan και βρήκε τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
Όταν τα πλάσματα έφτασαν στον νεκρό Jonathan εκείνη ήταν ήδη στο αυτοκίνητο, το είχε βάλει μπρος και απομακρυνόταν.
Ο ήλιος είχε πέσει… η Mary ήταν εξαντλημένη… Είχε απομακρυνθεί αρκετά…
Σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη… Την πήρε ο ύπνος…
Την άλλη μέρα το πρωί…
Η Mary ξύπνησε με τρομερό πονοκέφαλο… Θυμήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί και ξέσπασε σε λυγμούς…
Προσπάθησε να βάλει μπρος το αυτοκίνητο… Τίποτα… Δοκίμασε ξανά… Πάλι τίποτα… Κοίταξε το κοντέρ με τη βενζίνη… ήταν άδειο…
Βγήκε έξω… Ο ήλιος αν και ήταν νωρίς το πρωί έκαιγε.
Άρχισε να προχωράει… Είχε περάσει μισή ώρα όταν είδε ένα αυτοκίνητο να έρχεται. Το αυτοκίνητο ενός σερίφη…
Σχεδόν έπεσε πάνω στο αυτοκίνητο για να το σταματήσει.
«Σας παρακαλώ βοηθήστε με…»
Η πόρτα του οδηγού άνοιξε…
Κάτι που θύμιζε άνθρωπο βγήκε από μέσα… Δεν είχε όλα του τα δάχτυλα και είχε εξογκώματα στο πρόσωπο…
«Είσαι ένα από αυτά!» είπε η Mary και ούρλιαξε…
ΤΕΛΟΣ








1 σχόλια:
γι'αυτό πηγαίνουμε εκδρομές μόνο σε delux ξενοδοχεία που δεν έχει ανώμαλους σφαγείς...ή μήπως όχι...
Δημοσίευση σχολίου