Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Ο ΕΚΔΟΤΗΣ (ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑ - UPDATED: THE BLOODY-DISGUSTING END VERSION)


Ο ΕΚΔΟΤΗΣ
UPDATED: THE BLOODY-DISGUSTING END VERSION

Ο θάνος είχε χαμηλώσει το κεφάλι του και κοίταζε τα χαρτιά που είχαν συσσωρευτεί μπροστά στο γραφείο του. "Λογαριασμοί, λογαριασμοί και άλλοι λογαριασμοί..." σκέφτηκε. Η πόρτα του γραφείου του χτύπησε. Ήταν η γραμματέας του.
"Μπορώ να σας απασχολήσω για λίγο;"
"Πες μου, σ' ακούω."
"Μου τηλεφώνησαν πριν από λίγο απ' το τυπογραφείο. Δυστυχώς έχω άσχημα νέα."
"Τι πρωτότυπο!" απάντησε ο Θάνος.
"Αν δεν εξοφλήσετε λένε δεν προχωράνε σε καμία ανατύπωση!"
Το πρόσωπο του Θάνου κοκκίνισε, το γυμνασμένο στήθος του φούσκωσε περισσότερο... σηκώθηκε και πέταξε τη στοίβα από τα χαρτιά στο πάτωμα...
Η γραμματέας του έδειξε φοβισμένη...
Ο Θάνος πήρε βαθιές ανάσες... "Συγγνώμη, αλλά πρέπει να πάρω λίγο καθαρό αέρα" είπε και βγήκε από το γραφείο του και στη συνέχεια πέρασε την εξώπορτα χτυπώντας τη με δύναμη...

Τον τελευταίο καιρό τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά για τον Θάνο. Ο εκδοτικός οίκος που είχε ιδρύσει ενώ είχε ξεκινήσει με τις καλύτερες προοπτικές βρέθηκε τελικά να κολυμπάει στα χρέη όταν τα τελευταία τρία βιβλία που κυκλοφόρησε απέτυχαν πανηγυρικά να πουλήσουν πάνω από εκατό αντίτυπα το καθένα!
Αυτό που είχε περισσότερο ανάγκη ο Θάνος τώρα ήταν μια μεγάλη επιτυχία, ένα βιβλίο που θα τον έσωζε από το οικονομικό αδιέξοδο και θα έκανε τον εκδοτικό ξανά ανταγωνίσιμο όπως ήταν στην αρχή... πριν οι συγγραφείς των πρώτων επιτυχιών του τον εγκαταλείψουν.

Περπατούσε τώρα σε μια πολύβουη Αθήνα. Ήταν αρχές Σεπτέμβρη αλλά η ζέστη χτυπούσε ακόμα κόκκινο και τα λευκά ρούχα που φορούσε είχαν γίνει ένα με το δέρμα του.
Περπατούσε εδώ και μία ώρα περίπου και είχε αρχίσει ήδη να κουράζεται όταν ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε χαθεί! "Πως γίνεται να χαθώ στην Αθήνα;" αναρωτήθηκε "Τι τα ήθελα τα στενάκια;"
Έστριψε αριστερά σε ένα στενό και μετά πάλι αριστερά... και βρέθηκε ξαφνικά σε αδιέξοδο... Στο τέλος του δρόμου υπήρχε ένα κατάστημα που έμοιαζε με παλαιοπωλείο. Μπήκε μέσα για να ρωτήσει οδηγίες. Γύρω του υπήρχαν παλιά αντικείμενα, και σκόνη, πολύ σκόνη... Για λίγο αφαιρέθηκε κοιτάζοντας εδώ και εκεί όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω σε ένα σωρό από παλιά βιβλία ακουμπισμένα σε μια ξύλινη σιφονιέρα.
Άρχισε να τα ψάχνει και ξαφνικά σταμάτησε... Είχε βρει ένα χειρόγραφο, χωρίς τίτλο και πρόχειρα δεμένο με συρραπτικό... το ξεφύλλισε... Δε χρειάστηκε πολύ χρόνο διαβάζοντας μερικές σειρές για να αντιληφθεί πως είχε βρει αυτό που έψαχνε. Την επόμενη μεγάλη εμπορική επιτυχία!

Κοίταξε γύρω του... "Είναι κανείς εδώ;" φώναξε αλλά δεν πήρε καμιά απάντηση παρόλο που τόση ώρα ένιωθε ότι κάποιος τον παρακολουθεί. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε 100 ευρώ. Πήγε να τα ακουμπήσει στη σιφονιέρα, όταν το ξανασκέφτηκε "Πολλά είναι...", για να αφήσει τελικά 50. Πήρε το χειρόγραφο και βγήκε στο δρόμο.
Ξαφνικά είχε βρεθεί σε ένα κεντρικό δρόμο λίγο πιο πέρα από τα γραφεία της εκδοτικής. Νόμισε ότι έχανε το μυαλό του, όταν κοίταξε τα χέρια του. Κρατούσε ακόμα το χειρόγραφο...

Το ίδιο βράδυ...

Το χειρόγραφο ήταν ακουμπισμένο στο κρεβάτι του Θάνου. Εκείνος μόλις είχε βγει από το μπάνιο και έπινε μερικές γουλιές από ένα ποτήρι γεμάτο ουίσκι.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι του και ακούμπησε το ποτήρι στο κομοδίνο δίπλα. Πήρε το χειρόγραφο στο χέρι του και άρχισε να διαβάζει... Το πρώτο κεφάλαιο του χειρογράφου ξεκινούσε με έναν εκδότη πνιγμένο στα χρέη που αναζητούσε την επόμενη μεγάλη συγγραφική επιτυχία. Ο τρόπος γραφής ήταν εκπληκτικός αλλά οι ομοιότητες σε σημείο αντιγραφής με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν αλλά και με τον ίδιο τον έκαναν να παγώσει.
"Τι στο διάολο!" σκέφτηκε... ήπιε μερικές ακόμα γουλιές από το ουίσκι του και ξεφύλλισε το υπόλοιπο χειρόγραφο... Πήγε στο τελευταίο κεφάλαιο και τότε παρατήρησε κάτι... δεν ήταν γραμμένο!
"Γαμώτο!" φώναξε... Έπρεπε να βρει το συγγραφέα, και έπρεπε να αποκτήσει το τελευταίο κεφάλαιο! Επέστρεψε στο δεύτερο κεφάλαιο του χειρογράφου... στο οποίο ο απελπισμένος εκδότης ανακάλυπτε ένα χειρόγραφο... ήταν όμως τόσο κουρασμένος και αποκοιμήθηκε...

Ήταν αργά τη νύχτα όταν ο Θάνος ένιωσε χέρια, χέρια και νύχια να χαϊδεύουν το σώμα του. Ξύπνησε... Έτριψε τα μάτια του και πάτησε το διακόπτη από το πορτατίφ στο κομοδίνο... το φως αρχικά τον τύφλωσε... ήταν μόνος... και τότε είδε χέρια να βγαίνουν από κάτω απ' το κρεβάτι... χέρια με δέρμα μελανό -θα έλεγε κανείς νεκρό- και γαμψά μεγάλα νύχια που τον άγγιζαν, τον χάιδευαν σε όλο του το γυμνό σώμα! Πανικοβλήθηκε. Προσπάθησε να ξεφύγει αλλά τώρα τα χέρια τον τραβούσαν μέσα στο κρεβάτι... και βρέθηκε παγιδευμένος στο σκοτάδι... προσπαθούσε να ξεφύγει... τα χέρια έφραζαν το στόμα του... δε μπορούσε να αναπνεύσει... ξύπνησε!

Πετάχτηκε από το κρεβάτι του μούσκεμα στον ιδρώτα. Το πορτατίφ ήταν αναμμένο και το ποτήρι με το ουίσκι άδειο... δίπλα του ήταν ανοιχτό το χειρόγραφο στο τέλος του δεύτερου κεφαλαίου όπου ο εκδότης-πρωταγωνιστής ξυπνούσε μέσα στη νύχτα από έναν εφιάλτη, τον ίδιο εφιάλτη που είχε δει και εκείνος! "Τελικά είναι πολύ δυνατό κείμενο." σκέφτηκε αλλά κατά ένα περίεργο τρόπο δε θυμόταν να είχε διαβάσει το δεύτερο κεφάλαιο όταν τον πήρε ο ύπνος. Ο Θάνος δεν κοιμήθηκε το υπόλοιπο βράδυ...

Την επόμενη μέρα...


Ο Θάνος τηλεφώνησε στη γραμματέα του και είπε πως δε θα περνούσε από το γραφείο. Της είπε να μην ανησυχεί και πως σύντομα τα πράγματα θα άλλαζαν.
Στην τελευταία σελίδα του χειρογράφου στο κάτω μέρος με πολύ μικρά γράμματα ο Θάνος είχε παρατηρήσει μια διεύθυνση. "Ίσως να είναι η διεύθυνση του συγγραφέα" σκέφτηκε... και εκεί θα πήγαινε. Στο δεξί του χέρι κρατούσε σφιχτά το χειρόγραφο. Όταν έφτασε στη διεύθυνση του χειρογράφου βρέθηκε μπροστά σε ένα εγκαταλειμμένο νεοκλασικό κτίριο.
Κοίταξε με περιέργεια το κτίριο. Αν και ήξερε πως αποκλείεται να έμενε κάποιος εδώ μπήκε μέσα. Το διώροφο κτίριο ήταν άδειο. Πάλι είχε εκείνο το περίεργο αίσθημα ότι κάποιος τον παρακολουθεί. Κατευθύνθηκε στις σκάλες που οδηγούσαν στον δεύτερο όροφο. Το ξύλο έτριξε.

Φτάνοντας στον δεύτερο όροφο βρέθηκε μπροστά σε ένα διάδρομο με τρεις πόρτες δεξιά και αριστερά. Κοίταξε στο πάτωμα. Κόκκινες σταγόνες... Κόκκινες σταγόνες υπήρχαν και στους τοίχους... "Αίμα" σκέφτηκε. Άνοιξε την πρώτη πόρτα στα δεξιά και μπήκε μέσα. Ένα δωμάτιο με ένα παλιό κατεστραμμένο παιδικό κρεβάτι. Πήγε να φύγει και συνειδητοποίησε ότι η πόρτα από την οποία είχε μπει ήταν κλειστή και επιπλέον δεν άνοιγε. Στον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι υπήρχε μια πόρτα που φαίνεται συνέδεε το δωμάτιο αυτό με το διπλανό. Την άνοιξε... Πέρασε στο επόμενο δωμάτιο... το οποίο ήταν το ίδιο με το προηγούμενο με το ίδιο ακριβώς κατεστραμμένο κρεβάτι. Η πόρτα πίσω του έκλεισε. Δοκίμασε να την ανοίξει αλλά τίποτα. Η μόνη διαφορά με το προηγούμενο δωμάτιο ήταν ότι δεν υπήρχε πόρτα που να οδηγεί στο διάδρομο. Μια πόρτα μόνο στον απέναντι τοίχο που το συνέδεε με το άλλο δωμάτιο. Την άνοιξε... η ίδια εικόνα πάλι... περνούσε από το ίδιο δωμάτιο στο ακριβώς ίδιο δωμάτιο συνεχόμενα... Πρέπει να το έκανε εκατοντάδες φορές μέχρι που δεν άντεξε και έπεσε με φόρα με ολόκληρο το σώμα του στην τελευταία πόρτα που συνάντησε.

Βρέθηκε πεσμένος στο διάδρομο μπροστά από την κεντρική πόρτα στο τέλος του διαδρόμου. Σηκώθηκε και κατέβασε το πόμολο της πόρτας διστακτικά. Η πόρτα άνοιξε και αποκάλυψε μια κρεβατοκάμαρα με ένα διπλό παλιό κρεβάτι. Ξαφνικά όλες οι πόρτες άνοιξαν και πίδακες αίματος βγήκαν από μέσα... Άρχισε να τρέχει προς τις σκάλες... το αίμα τον παρέσυρε... ένιωσε να πνίγεται μέσα σε αυτό... έκλεισε για λίγο τα μάτια του... όταν τα άνοιξε ήταν πεσμένος στα σκαλιά έξω από το διώροφο νεοκλασικό... Είχε νυχτώσει... Πήρε το χειρόγραφο στα χέρια του... Όλα όσα είχε ζήσει ήταν μέσα... ήταν τα επόμενα δύο κεφάλαια του χειρογράφου...

Εκείνο το βράδυ...

Ο Θάνος ακούμπησε το χειρόγραφο στην τραπεζαρία. Ακόμα δεν είχε ιδέα για το ποιος ήταν ο συγγραφέας. Αλλά όλα όσα συνέβησαν τελευταία κόντευαν να τον τρελάνουν.
Πήγε στην κρεβατοκάμαρα και έπεσε στο κρεβάτι με τα ρούχα. Ήταν τόσο κουρασμένος. Σε λίγο είχε κοιμηθεί...

Τα παράθυρα στην τραπεζαρία άρχισαν να χτυπάνε... είχε βγει ένας αρκετά δυνατός αέρας. Το χειρόγραφο άνοιξε στο πέμπτο κεφάλαιο. Ακολουθούσε ένα ακόμα κεφάλαιο και μετά ήταν το άγραφο τέλος.

Ο Θάνος έκανε κύκλους στο κρεβάτι του. Κοιμόταν για λίγο, ξυπνούσε και ξανακοιμόταν. Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι να τον αγγίζει, να του ξεκουμπώνει τα κουμπιά από το πουκάμισο, να του βγάζει το παντελόνι. Ο Θάνος άνοιξε τα μάτια για λίγο και κοίταξε το πρόσωπο που ήταν απέναντι του. Χαμογέλασε... Έκανε έρωτα για το επόμενο δίωρο... θα τον έπαιρνε ξανά ο ύπνος όταν το πρόσωπο που ξάπλωνε δίπλα του άρχισε να λιώνει... Κομμάτια σάρκας και έντερα απλώθηκαν στο κρεβάτι... μέχρι που έμειναν τελικά οστά... Ο Θάνος πετάχτηκε από το κρεβάτι... Κοίταξε καλά... Το κρεβάτι ήταν άδειο... μόνο τσαλακωμένα λευκά σεντόνια αλλά... τα πλησίασε... μύρισε ένα άρωμα γνώριμο γι' αυτόν, απόδειξη ότι και κάποιο άλλο πρόσωπο είχε ξαπλώσει σε αυτό το κρεβάτι... αλλά δε μπορούσε να θυμηθεί που γνώριζε το άρωμα αυτό...

Πήγε στην τραπεζαρία... Πήρε το χειρόγραφο... Προχώρησε στο έκτο κεφάλαιο το οποίο ξεκινούσε με μια ψυχιατρική κλινική. Από την περιγραφή κατάλαβε ότι ο συγγραφέας αναφερόταν στην Κεντρική Ψυχιατρική Κλινική των Αθηνών. Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Θα πήγαινε εκεί... ήταν τέσσερις η ώρα το πρωί.

Κεντρική Ψυχιατρική Κλινική...

Ο Θάνος πέρασε τις πύλες του πρόσφατα ανακαινισμένου κτιρίου...
Το πολυόροφο κτίριο έμοιαζε να κοιτά τον Θάνο, γεγονός που τον έκανε να ανατριχιάσει. Ξαφνικά σηκώθηκε αέρας, το φρεσκοβαμμένο λευκό του κτιρίου ξεθώριασε, τα παράθυρα του τώρα έδειχναν παλιά. Γύρω του υπήρχαν ξερά φύλλα και κάποιες μαραμένες τριανταφυλλιές.
Κοίταξε στο δεύτερο όροφο του κτιρίου... Από το παράθυρο ενός δωματίου είδε μια σκιά να τον παρακολουθεί. Ο αέρας τώρα έγινε πιο δυνατός. Από μέσα από το κτίριο νόμισε πως άκουσε μια κραυγή... νόμισε πως άκουσε τη δικιά του κραυγή...
Τότε τα παράθυρα του κτιρίου έσπασαν, στους τοίχους δημιουργήθηκαν ρωγμές και από τις ρωγμές άρχισε να τρέχει αίμα... "Όχι, δεν είναι δυνατόν" σκέφτηκε και γονάτισε στο χώμα τραβώντας τα μαλλιά του... Και ο αέρας σταμάτησε. Ο Θάνος που είχε κλείσει τα μάτια του για λίγο τα άνοιξε ξανά. Μπροστά του ορθωνόταν η ανακαινισμένη Ψυχιατρική κλινική.

Μπήκε μέσα... Στη ρεσεψιόν τον ρώτησαν πως μπορούσαν να τον βοηθήσουν αλλά δεν ήξερε τι να πει. Ξαφνικά άκουσε μια σχετικά μεγάλη κυρία να τον φωνάζει... "Θάνο, εσύ εδώ; Ελπίζω να είναι όλα καλά." Η κυρία αυτή ήταν η διευθύντρια της κλινικής εδώ και 15 χρόνια... και τότε ο Θάνος θυμήθηκε όλα όσα είχε απωθήσει την τελευταία πενταετία... Θυμήθηκε και την κυρία... ήταν το πρώτο πρόσωπο που αντίκρισε όταν εισήχθη στην κλινική στο παρελθόν. Τους δαίμονες που πίστευε πως κατοικούσαν κάτω από το παιδικό του κρεβάτι -είχε την εντύπωση πως κάποτε θα τον άρπαζαν- και τη σκιά που πάντα τον παρακολουθούσε - ο άλλος του εαυτός-, το νεοκλασικό σπίτι των γονιών του και το φόνο τους από τον ίδιο στην κρεβατοκάμαρά τους με επανειλημμένες μαχαιριές, την ώρα που κοιμόντουσαν. Το πως είχε κατακρεουργήσει στο κρεβάτι τους που είχαν αγοράσει μαζί το μόνο πρόσωπο που ερωτεύτηκε ποτέ και το άρωμα του που τόσο αγαπούσε...
Θυμήθηκε πως στο λογαριασμό του είχε βρει χρήματα όταν βγήκε από την κλινική, χρήματα που του είχαν αφήσει οι γονείς του, ένα σημαντικό ποσό που συγκέντρωναν από τότε που ήταν μικρός και πως με αυτά δημιούργησε τον εκδοτικό οίκο. Τέλος θυμήθηκε να βγάζει το χειρόγραφο από έναν σκονισμένο φάκελο καταχωνιασμένο στο πατάρι του σπιτιού του τη μέρα της γενικής καθαριότητας.

"Όλα καλά" είπε ο Θάνος στη διευθύντρια και βγήκε τρέχοντας από την κλινική.
"Ποιος ήταν αυτός;" ρώτησε η κοπέλα που ήταν στη ρεσεψιόν.
"Όσο ήταν έφηβος, σκότωσε τους γονείς του και τη σχέση του..." είπε η διευθύντρια... "στην κλινική δε μας απασχόλησε βέβαια ποτέ, συνέχεια έγραφε... Όταν έφυγε από εδώ έμοιαζε να μη θυμάται τι είχε συμβεί..."

Την επόμενη μέρα...

Ο Θάνος βρισκόταν στο γραφείο του. Είχε καταφέρει να κερδίσει μεγαλύτερη προθεσμία στην αποπληρωμή του τυπογραφείου, το οποίο θα προχωρούσε κανονικά στο τύπωμα ενός νέου βιβλίου γραμμένο από τον ίδιο το Θάνο... Ένα βιβλίο για ένα δολοφόνο εκδότη που καταγράφει τη ζωή του σε χαρτί, για να το απωθήσει η μνήμη του και να θυμηθεί τα πάντα χρόνια μετά. Ο Θάνος μόλις είχε γράψει τη λέξη "ΤΕΛΟΣ" στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου το οποίο τελείωσε μέσα σε ένα πρωί.

Φώναξε τη γραμματέα του.
"Πως μπορώ να βοηθήσω;" είπε εκείνη.
Ο Θάνος άνοιξε το πρώτο συρτάρι του γραφείου του.
"Σου χρωστάω δύο μισθούς" της είπε "ελπίζω να με συγχωρέσεις, θα πληρωθείς τώρα και θα λάβεις και μερικά επιπλέον χρήματα..."
Εκείνη χαμογέλασε...
Ο Θάνος έβγαλε από το συρτάρι ένα μαχαίρι, όρμησε και το κάρφωσε στο λαιμό της... αίμα πετάχτηκε από την πληγή και έβαψε το πρόσωπο του Θάνου κόκκινο. Ο Θάνος έστριψε πιο βαθιά το μαχαίρι.
"Συγγνώμη αλλά πρέπει να γράψω ένα καινούριο βιβλίο" της είπε...

ΤΕΛΟΣ

Αυτός ο Σεπτέμβρης θα είναι εφιαλτικά παραμυθένιος στο Toymaker's Diary...
Τέσσερα σκοτεινά παραμύθια έρχονται...

ΑΛΙΚΗ 2: Η ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ

Η ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΔΟΝΤΙΩΝ 3

RAPUNZEL (Nightmares and Fairytales)

EVIL TOYS

Και ακόμα...
ΜΑΓΙΣΣΕΣ (MYSTERIES )... μεγάλο αφιέρωμα...Tweet This

2 σχόλια:

nihilio είπε...

Ωραία ιστορία. Ειδικά το παλαιοβιβλιπωλείο είναι μια πολύ ατμοσφαιρική σκηνή. Συνολικά, μου μοιάζει πολύ σα μια ταινία τρόμου συμπυκνωμένη στα απολύτως απαραίτητα στοιχεία της.

mahler76 είπε...

wow!!! τέλεια!!!

Blog Widget by LinkWithin