Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

DJINN (ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑ)


DJINN
θα εύχεστε να μην πραγματοποιήσει
καμία σας ευχή...

"Προσέξτε εκεί πάνω, γνωρίζετε την αξία του περιεχομένου του κιβωτίου;" φώναξε ο υπεύθυνος αρχαιοτήτων του Μητροπολιτικού μουσείου της Νέας Υόρκης, ο οποίος επιτηρούσε την μεταφορά με γερανό ενός τεραστίων διαστάσεων κιβωτίου από το πλοίο που είχε μόλις καταφτάσει στο λιμάνι της Νέας Υόρκης. Το αρχαιολογικό μουσείο ετοίμαζε μια έκθεση με Περσικές αρχαιότητες και το περιεχόμενο του κιβωτίου θα αποτελούσε το σημαντικότερο έκθεμα. Επρόκειτο για ένα υπερφυσικού μεγέθους άγαλμα του θεού Aži Dahāka ή αλλιώς Zahhāk...
Το άγαλμα παρουσίαζε το δαιμονικό θεό με τερατώδη μορφή, τρία στόματα, έξι μάτια και τρία πρόσωπα στο ίδιο κεφάλι και είχε πρόσφατα ανακαλυφθεί στο Ιράν.


Η ιστορία έλεγε πως ο Zahhāk ξεγέλασε τους ανθρώπους, οι οποίοι του παρέδωσαν την εξουσία και κυβέρνησε για χίλια χρόνια με τη βοήθεια των Djinns τα οποία εξαπέλυσε στον κόσμο προκαλώντας πόνο και σκορπίζοντας τον θάνατο. Στην ουσία και ο ίδιος ο Zahhāk ήταν ένα Djinn, και συγκεκριμένα το ανώτερο όλων. Η τυραννική εξουσία του έλαβε τέλος όταν ένας μάγος τον φυλάκισε... εντοπίζοντας τη μοναδική αδυναμία του... κανένα κείμενο όμως δεν αναφέρει παραπάνω λεπτομέρειες για αυτό το θέμα...


Ο υπεύθυνος αρχαιοτήτων σήκωσε το κεφάλι του και έστρεψε το βλέμμα του προς τα πάνω, προς το κιβώτιο. "Ξεκίνα να το κατεβάζεις πολύ αργά" φώναξε στον χειριστή του γερανού... Μόνο που κάτι δεν πήγε καλά... οι ιμάντες που συγκρατούσαν το κιβώτιο λύθηκαν και αυτό με τη σειρά του κατέληξε στο έδαφος, διαλυμένο... καταπλάκωσε τον υπεύθυνο αρχαιοτήτων και το πολύτιμα έκθεμα καταστράφηκε...
Πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε στο σημείο εκείνο. Ο οδηγός του γερανού έτρεξε και εκείνος προς τα εκεί. Κάποια στιγμή ένα δυνατό φως τον τύφλωσε. Ερχόταν από κάτι που αντανακλούσε το φως του ήλιου και βρισκόταν ανάμεσα στα κομμάτια του διαλυμένου αγάλματος, τα οποία ήταν κόκκινα πλέον από το αίμα του υπευθύνου αρχαιοτήτων του Μητροπολιτικού μουσείου. Ο οδηγός κοίταξε γύρω του... μέσα στην ταραχή δεν τον είδε κανείς να σηκώνει και να παίρνει ένα ιδιαίτερο αντικείμενο που απ' ότι φαίνεται κρυβόταν μέσα στο άγαλμα.

Ήταν ένας μικρός κύβος περασμένος σε μια αλυσίδα, παραπέμποντας έτσι σε μενταγιόν. Όλες οι πλευρές του κύβου ήταν καλυμμένες με μικρά καθρεφτάκια ή κάτι που έμοιαζε με καθρέφτες. Ο οδηγός το έχωσε βαθιά στην τσέπη του.

Το ίδιο βράδυ...

Ο οδηγός του γερανού βρισκόταν στο διαμέρισμα του. Είχε γεμίσει ένα ποτήρι ουίσκι και περιεργαζόταν το εύρημα του. "Ποια να είναι η αξία του;" αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα. "Πόσο θα ήθελα να μ' έκανε πλούσιο" είπε... και τότε ο κύβος από καθρέφτες έφυγε από τα χέρια του, έπεσε στο πάτωμα και άνοιξε... Στο εσωτερικό του ήταν άδειος ή τουλάχιστον έτσι νόμισε ο οδηγός.
Τα φώτα στο δωμάτιο τρεμόπαιξαν... "Ώστε θέλεις να γίνεις πλούσιος;" μια φωνή ακούστηκε και μια μορφή έκανε την εμφάνιση της στο βάθος, στο σκοτεινό χολ. Ο οδηγός δεν μπορούσε να δει το πρόσωπο της αφού η μορφή φορούσε μακρύ μαύρο χιτώνιο και το κεφάλι της ήταν καλυμμένο με κουκούλα.
"Ποιος είσαι;" είπε ο οδηγός "φανερώσου..."
"Είμαι αυτός που θα πραγματοποιήσει όλα σου τα όνειρα..."
Ο οδηγός έκανε να πλησιάσει. "Μην πλησιάσεις άλλο" είπε η μορφή... "απλώς κάνε μια ευχή..."
"Τι στο διάολο"
"Όχι ακριβώς... DJinn καλύτερα..."
Ο οδηγός νόμισε για μια στιγμή πως τον πείραξε το ουίσκι. "Ας είναι" σκέφτηκε "θα παίξω το παιχνίδι του"... "Εύχομαι να γεμίσω χρυσό!"
"Πρόσεξε τι εύχεσαι..." είπε η μορφή και η σκιά του χεριού του άγγιξε τον οδηγό, ο οποίος ένιωσε αδύναμος να κινηθεί. Κάτι κινήθηκε στο στομάχι του... Έβηξε... μικρά κομμάτια χρυσού βγήκαν από το στόμα του. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει... Τώρα έβγαιναν κομμάτια χρυσού με αίμα... κομμάτια χρυσού που έσκιζαν το λαιμό του πριν βγουν από το στόμα του...
Έπεσε νεκρός.

Την επόμενη μέρα...

Η αστυνομία ανακάλυψε το πτώμα του οδηγού του γερανού. Είχε περάσει από το διαμέρισμα του για να τον ανακρίνει περαιτέρω για το τραγικό ατύχημα στο λιμάνι και όταν αυτός δεν απάντησε, εισέβαλαν στο διαμέρισμα του.
Δίπλα από το πτώμα βρέθηκε ένα μενταγιόν, το οποίο χρονολογήθηκε από τους ειδικούς ως Περσικό και υπέθεσαν ότι ο οδηγός το έκλεψε όταν έφτασαν στο λιμάνι τα πολύτιμα αντικείμενα που θα εκτίθονταν στο Μητροπολιτικό μουσείο.

Ο Jonathan Perkins ήταν τελειόφοιτος φοιτητής της αρχαιολογίας και ο καλύτερος και πλέον υποσχόμενος της σχολής του. Εξαιτίας των γνώσεων του στην περσική αρχαιολογία είχε επιλεγεί να συμμετέχει στη διοργάνωση της έκθεσης στο μουσείο, κάτι το οποίο θεώρησε μοναδική ευκαιρία για την καριέρα του και το βιογραφικό του.

Είχε αρχίσει να νυχτώνει...


Λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο έμενε μέχρι τα εγκαίνια της έκθεσης με περσικά ευρήματα, έκθεση η οποία είχε στερηθεί το πολυτιμότερο έκθεμα της. Την τελευταία εβδομάδα το μουσείο παρέμενε κλειστό για το κοινό. Το μουσείο ήταν τώρα σχεδόν άδειο. Οι αρχαιολόγοι και οι διοργανωτές της έκθεσης είχαν φύγει. Ο Jonathan όμως ήταν ακόμα εκεί... Ήθελε να μελετήσει λίγο ακόμα τις αρχαιότητες, ήθελε να μείνει μόνος μαζί τους, ίσως άλλωστε να μην είχε ποτέ ξανά αυτή την ευκαιρία. Όλοι συμπαθούσαν τον Jonathan και θαύμαζαν το εύρος των γνώσεων του, ώστε κανείς δεν είχε αντίρρηση να μείνει λίγο ακόμα. Ούτως ή άλλως οι φύλακες του μουσείου είχαν διπλασιαστεί για την έκθεση.

Το βλέμμα του Jonathan έπεσε σε ένα μενταγιόν, ένα κυβικό μενταγιόν με καθρέφτες σε όλες του τις πλευρές. "Το μενταγιόν που έκλεψε ο οδηγός" σκέφτηκε "πως δεν το είδα όλη μέρα"... Ήταν εντυπωσιακό και τόσο διαφορετικό. Πλησίασε και το πήρα στα χέρια του. Ένα έντονο συναίσθημα ανησυχίας τον κατέλαβε και μετά άκουσε μια φωνή μέσα στο κεφάλι του. Για λίγο θα έλεγε πως κάποιος τον παρακολουθεί, κάποιος μέσα από τον κύβο. Και τότε ο κύβος κουνήθηκε και έφυγε από τα χέρια του, έπεσε στο πάτωμα και άνοιξε... Τα φώτα στο μουσείο τρεμόπαιξαν...
"Κάνε μια ευχή" ακούστηκε μια φωνή... Ο Jonathan είδε απέναντι του μια σκυφτή μορφή με μαύρο χιτώνιο και κουκούλα απέναντί του, δίπλα από το ελάχιστα φωτισμένο σε βάθρο άγαλμα μιας γυναικείας θεότητας των Περσών.
"Ποιος είσαι; Πως μπήκες στο μουσείο; Θα φωνάξω την ασφάλεια!"
"Djinn..." είπε η μορφή...
Ο Jonathan σάστισε... "Ένα τζίνι;"
"Αν δε με πιστεύεις γιατί δε με δοκιμάζεις;"
Ο Jonathan άρχισε να το διασκεδάζει... Δε μίλησε και σκέφτηκε...
Ο Jonathan σκέφτηκε την Mary, μια συμφοιτήτρια του... δεν υπήρχε μέρα που να μην ευχόταν να κερδίσει την καρδιά της... και ασυναίσθητα από μέσα του ευχήθηκε το ίδιο και εκείνη τη στιγμή.
"Η επιθυμία σου διαταγή μου..." είπε η μορφή...
"Μα πως; Δεν ευχήθηκα τίποτα!"
"Είμαι ένα Djinn! Δε χρειάζεται να πεις κάτι... και μόνο να το σκεφτείς μου φτάνει!"
Και το Djinn εξαφανίστηκε παίρνοντας μαζί του και το μενταγιόν.

Ο Jonathan τα είχε χαμένα. Μήπως τα φαντάστηκε όλα αυτά; Έπρεπε μάλλον να ξεκουραστεί.

Ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα...

και ο Jonathan ετοιμαζόταν να πέσει για ύπνο στο δωμάτιο του στη φοιτητική εστία αν και δε μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του όλα όσα είχαν συμβεί στο μουσείο. Και τότε ένας χτύπος ακούστηκε στην πόρτα του δωματίου του. Φόρεσε πρόχειρα ένα παντελόνι.
"Ποιος να είναι τέτοια ώρα;" είπε και πήγε να ανοίξει...
Έξω από την πόρτα, στο διάδρομο στεκόταν η Mary... Στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα μαχαίρι...
"Mary είσαι καλά;" ρώτησε ο Jonathan.
"Ήρθα να σου προσφέρω την καρδιά μου" είπε εκείνη και κάρφωσε το μαχαίρι στο στήθος της. Το έχωσε πιο βαθιά και άρχισε να μεγαλώνει την τομή... το μαχαίρι έπεσε από το χέρι της και με μια κίνηση ξερίζωσε την καρδιά της. Ο Jonathan ήθελε να ουρλιάξει. Η Mary ήταν νεκρή.

"Η ευχή σου πραγματοποιήθηκε" είπε μια φωνή μέσα από το δωμάτιο του Jonathan.
Ο Jonathan γύρισε και κοίταξε πίσω του. Ήταν το Djinn...
"Μα δεν εννοούσα αυτό" ψέλλισε...
"Πρόσεχε τι εύχεσαι..." είπε το Djinn...
Ο Jonathan τότε ασυναίσθητα σκέφτηκε κάτι...
"Η επιθυμία σου διαταγή μου..." είπε το Djinn... και το πτώμα της Mary άρχισε να λιώνει... διαλύθηκε... ο Jonathan είχε ευχηθεί να εξαφανιζόταν το πτώμα...
"Όχι!" φώναξε ο Jonathan!
"Έχεις μια ακόμα ευχή!" είπε το Djinn αλλά ο Jonathan είχε ήδη φύγει από το δωμάτιο του τρέχοντας...
"Μια ακόμα ευχή... και οι πύλες θα ανοίξουν... και ο έλεγχος του κόσμου θα περάσει ξανά στα Djinns!" ψιθύρισε το τζίνι...

"Τα τζίνι δεν είναι έτσι..." επαναλάμβανε συνέχεια ο Jonathan. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν μία μετά τα μεσάνυχτα. Σε λίγο θα χτυπούσε την πόρτα της καθηγήτριας Wilson, η οποία ήταν ειδική σε θέματα αραβικής μυθολογίας.
Η καθηγήτρια ξαφνιάστηκε όταν τον είδε...
"Σας παρακαλώ, αφήστε με να περάσω" είπε ο Jonathan και εκείνη τον άφησε.
"Είσαι καλά;"
"Θα σας εξηγήσω κάποια άλλη στιγμή... Τώρα θα ήθελα να μάθω τα πάντα για τα τζίνι!"
"Πως σου ήρθε να ασχοληθείς με αυτούς τους δαίμονες τέτοια ώρα;"
"Δαίμονες;"
"Μα ναι, δεν έχουν καμία σχέση με τα παραμυθάκια που όλοι γνωρίζουμε... η εικόνα που έχουμε για τα τζίνι σήμερα είναι μια τρομερή διαστρέβλωση της αλήθειας! Ένα τζίνι είναι ένα πνεύμα στην Αραβική και Μουσουλμανική δαιμονολογία, το οποίο μπορεί να πάρει τη μορφή ανθρώπου ή ζώου και να ασκήσει υπερφυσική επιρροή πάνω σε ένα άτομο, κυρίως για κακό. Αρχηγός τους ήταν ο Zahhāk... το πρώτο τζίνι... το οποίο σκόρπισε το θάνατο στην ανθρωπότητα για χίλια χρόνια... μέχρι που φυλακίστηκε από έναν μάγο... αν και δεν αναφέρουν οι πηγές το πως ακριβώς είχε να κάνει κάτι με την εικόνα του τζίνι..."
Ακούγοντας την τελευταία φράση ο Jonathan σηκώθηκε και έφυγε τρέχοντας... επέστρεψε στο δωμάτιο του...

Η ώρα τώρα ήταν δύο μετά τα μεσάνυχτα... Ο Jonathan περίμενε καθισμένος στο κρεβάτι του... είχε σκεφτεί κάτι... δεν ήταν σίγουρος αλλά άξιζε να δοκιμάσει... δεν είχε και άλλη επιλογή...
"Είσαι έτοιμος για την τελευταία σου ευχή;" Το τζίνι στεκόταν τώρα στον απέναντι τοίχο...
"Είμαι..." είπε ο Jonathan και σηκώθηκε από το κρεβάτι και έκανε μερικά βήματα... όλη αυτή την ώρα είχε το ένα χέρι του πίσω στην πλάτη του...
"Εύχομαι... να δω το αληθινό πρόσωπο σου..."
"Ας είναι..." είπε το τζίνι και έβγαλε την κουκούλα... Ένα κεφάλι με τρία πρόσωπα, τρία στόματα και έξι μάτια έκανε την εμφάνιση του κάτω από την κουκούλα... κέρατα φύτρωναν από την κορυφή του κεφαλιού... κέρατα φλεγόμενα τώρα... Ο Jonathan αστραπιαία αποκάλυψε το χέρι που είχε κρυμμένο πίσω στην πλάτη... κρατούσε έναν καθρέφτη... "Για να δούμε αντέχεις την ίδια σου την εικόνα;" είπε...
Το τζίνι κοίταξε τον καθρέφτη... ούρλιαξε... το κυβικό μενταγιόν με τα καθρεφτάκια έπεσε από το χιτώνιο του και άνοιξε... το τζίνι έγινε καπνός που κατέληξε στον κύβο και ο κύβος με τη σειρά του σφραγίστηκε...

Την επόμενη μέρα...


Ο Jonathan στεκόταν μπροστά από ένα νέο κτίριο που χτιζόταν λίγα τετράγωνα πιο πέρα από το πανεπιστήμιο του... Μόλις είχαν ρίξει ασβέστη... Έβγαλε το μενταγιόν από την τσέπη του και το κοίταξε... το άφησε να πέσει στο ασβέστη και με ένα ξύλο που βρήκε το έχωσε όσο πιο βαθιά μπορούσε στα θεμέλια του νέου κτιρίου...

ΤΕΛΟΣ

Σύντομα...

DJINN 2
Tweet This

Blog Widget by LinkWithin