Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010

NIGHTMARES AND FAIRYTALES: Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ (ΝΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑ)

NIGHTMARES AND FAIRYTALES
Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ


Μια σταγόνα αίματος κύλισε στον καρπό της, στο σημείο που η βελόνα της σύριγγας είχε εισχωρήσει...

Δεν έβλεπε καλά... στηρίχθηκε σε μια ξύλινη καρέκλα... προσπαθούσε να βρει την πόρτα... έπρεπε να ξεφύγει τώρα που αυτοί ή καλύτερα αυτά ήταν απασχολημένα. Είχαν σώμα ανθρώπου και κεφάλια λύκων... και τη στιγμή εκείνη κατασπάραζαν τους γονείς της... με τα γαμψά νύχια των χεριών τους αφαιρούσαν τα έντερα... ένας λύκος -γιατί έτσι θα τους αποκαλούσε από εδώ και πέρα- είχε καρφώσει τα δόντια του πάνω στο κεφάλι της μητέρας της... αν και η όραση της ήταν θολή μέτρησε τρεις ή τέσσερις λύκους...

Τελικά κατάφερε και βρήκε την πόρτα, βγήκε στο σκοτεινό δάσος -ο ήλιος είχε δύσει εδώ και αρκετή ώρα- και άρχισε να τρέχει... ευτυχώς φορούσε την κόκκινη κάπα της με το σκούφο και θα την προστάτευε από το κρύο, θα επισκεπτόταν τη γιαγιά της και ήταν έτοιμη να φύγει όταν οι λύκοι εισέβαλαν...

Έτρεχε ασταμάτητα... τώρα έβλεπε κάπως καλύτερα αν και η όραση της μερικές στιγμές δεν ήταν καθαρή... κάποια στιγμή σκόνταψε στη χοντρή ρίζα ενός δέντρου που είχε βγει πάνω στο χώμα και έπεσε στο έδαφος...
Χτύπησε το γόνατο της και αίμα άρχισε να τρέχει στο σημείο εκείνο... σηκώθηκε... και τότε άκουσε βήματα και ουρλιαχτά... "οι λύκοι πλησιάζουν" σκέφτηκε... κρύφτηκε στην κουφάλα ενός δέντρου και περίμενε... είδε τα τριχωτά πόδια τους... ανατρίχιασε...

Οι λύκοι την προσπέρασαν και αυτή βγήκε από την κουφάλα... έπρεπε να συνεχίσει, να πάει στη γιαγιά της. Εκεί θα ήταν ασφαλής. Αλλά οι λύκοι περίμεναν... είχαν κρυφτεί... Ο ένας πετάχτηκε μπροστά της... την άρπαξε από το σκούφο και την έριξε στο έδαφος... της έσκισε τη μπλούζα... της σήκωσε το φόρεμα... η Κοκκινοσκουφίτσα - έτσι θα την έλεγε κάποιος αν την έβλεπε με την κόκκινη κάπα με το σκούφο- ένιωσε τον λύκο να μπαίνει μέσα της... αίμα έτρεξε ανάμεσα από τα πόδια της... Μετά ήρθε και ο δεύτερος λύκος... Όταν ο τρίτος λύκος την πλησίασε -γιατί τελικά τους μέτρησε και ήταν τρεις- τον κλώτσησε με το πόδι και αφού σηκώθηκε με όση δύναμη είχε άρχισε να τρέχει για να χαθεί ξανά μέσα στο δάσος... το αίμα που έτρεχε ανάμεσα από τα πόδια της άφηνε ίχνη... μέχρι που η αιμορραγία σταμάτησε.

Οι ήχοι του δάσους την τρόμαζαν... ξαφνικά διέκρινε στο βάθος του δάσους καπνό... "το σπίτι της γιαγιάς" σκέφτηκε...
Έφτασε στο παλιό σπίτι της γιαγιάς... κοίταξε από το παράθυρο... η γιαγιά της δεν ήταν πουθενά... αλλά μέσα στο σπίτι ήταν αυτοί... οι λύκοι...
Ξαφνικά ένιωσε να μεταμορφώνεται... είχε αλλάξει μέσα της...
Έψαξε γύρω από το σπίτι... πάνω σε μια σορό από ξύλα βρήκε ένα σχετικά μικρό τσεκούρι...
Πήγε στην πόρτα του σπιτιού... χτύπησε την πόρτα... ένας λύκος την άνοιξε και πριν προλάβει να αντιδράσει είδε ένα τσεκούρι να κατεβαίνει και να καρφώνεται στη μέση του κεφαλιού του.

Ο δεύτερος λύκος όρμησε εναντίον της... η Κοκκινοσκουφίτσα κάρφωσε το τσεκούρι στην κοιλιά του... ο τρίτος λύκος πήδησε από το παράθυρο και χάθηκε στο δάσος... Τότε είδε τη νεκρή γιαγιά της... μπροστά από το τζάκι...

Μια σταγόνα αίματος κύλισε στον καρπό της, στο σημείο που η βελόνα της σύριγγας είχε εισχωρήσει...

Το παραισθησιογόνο που της είχαν χορηγήσει αυτοί που διέρρηξαν το σπίτι της την είχαν οδηγήσει σε μια περίεργη κατάσταση... Η δράση του παραισθησιογόνου είχε περάσει... Άκουγε τις σειρήνες από τα περιπολικά... κοίταξε γύρω της... βρισκόταν σε ένα βρώμικο σοκάκι...

Θυμήθηκε... τους διαρρήκτες να εισβάλουν και να σκοτώνουν τους γονείς της... Τους είχε ξεφύγει... πρέπει να περιπλανιόταν στην πόλη για αρκετή ώρα... αν και στην πραγματικότητα έκανε ξανά και ξανά το γύρο του οικοδομικού τετραγώνου...

Είδε το ξεραμένο αίμα στο φόρεμα ανάμεσα στα πόδια της... Οι ληστές την είχαν εντοπίσει και την έσυραν στο σπίτι όπου τη βίασαν... Είδε την πληγή στο γόνατό της... είχε σκοντάψει σε ένα κακοφτιαγμένο σημείο του πεζοδρομίου...
Θυμήθηκε... είδε το όπλο ακουμπισμένο δίπλα της...
Θυμήθηκε, κάποια στιγμή οι διαρρήκτες την πέρασαν για νεκρή... αλλά δεν ήταν... κατάφερε χωρίς να την αντιληφθούν να πάρει το πάντα γεμάτο όπλο του πατέρα της από το κομοδίνο στην κρεβατοκάμαρα όπου την είχαν σύρει. Είδε τη γιαγιά της -που τους είχε επισκεφτεί εκείνες τις μέρες- νεκρή δίπλα από το τζάκι... άρχισε να πυροβολεί αδιάκριτα... ο ένας ξέφυγε...

Θυμήθηκε... Βγήκε ξανά στο δρόμο και κατέληξε στο σοκάκι αυτό...
Ένας αστυνομικός τη βοήθησε να σηκωθεί... Κοίταξε την κόκκινη κάπα της με το σκούφο...
"Η κάπα μου είναι λερωμένη" είπε στον αστυνομικό. Και έπαψε να θυμάται...
"Πρέπει να φύγουμε από το δάσος"... είναι αργά... "Θα μας βρουν οι λύκοι"...

Και δεν ξαναθυμήθηκε ποτέ...

ΤΕΛΟΣ
Tweet This

3 σχόλια:

BUTTERFLY είπε...

Αυτο πιο πολυ με στεναχωρησε παρα με τρομαξε!!!

Νηρηιδα είπε...

συμφωνω με την butterfly αφου δε ξερω αν τελικα ειναι λυπηρο που δεν ξαναθυμηθηκε ή ευχαριστο κατα καποιον τροπο...

mahler76 είπε...

παίζει να είναι και η καλύτερη ιστορία σου από όσες έχω διαβάσει!!!!

Blog Widget by LinkWithin