NIGHTMARES AND FAIRYTALESSNOW QUEEN
-the blood dripping version-
Το χιόνι έπεφτε ακόμα πυκνό... για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια το χιόνι προκαλούσε τέτοια προβλήματα στην πόλη του Maine... Η κίνηση στους δρόμους γινόταν με μεγάλη δυσκολία και η αστυνομία προέτρεπε τους κατοίκους να περιορίσουν τις μετακινήσεις τους. Οι δημόσιες υπηρεσίες αλλά και οι ιδιωτικές ήταν κλειστές. Λίγα μόνο καταστήματα άνοιγαν και αυτά για μερικές ώρες.
Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς... Ο μικρός Jonathan στεκόταν με τις ώρες στο παράθυρο του σαλονιού που έβλεπε στον κήπο, να κοιτάει τις νιφάδες του χιονιού. Η πόρτα χτύπησε... Ο Jonathan έτρεξε στην πόρτα και την άνοιξε. Έξω μέσα στο κρύο και στο χιόνι στεκόταν μια γηραιά κυρία η οποία ζητούσε βοήθεια...
"Παρακαλώ βοηθήστε με" επαναλάμβανε διαρκώς. Η μητέρα του Jonathan την λυπήθηκε και της είπε να περάσει για να ζεσταθεί λίγο και να της προσφέρει ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι.
Η μητέρα του Jonathan κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Ο Jonathan επέστρεψε στο παράθυρο και συνέχισε να κοιτάζει το χιόνι...
"Η Βασίλισσα του Χιονιού θρηνεί..." είπε η γριούλα.
Ο Jonthan την κοίταξε. "Ποια;" ρώτησε με ένα βλέμμα γεμάτο απορία...
"Θέλεις να σου πω μια ιστορία;" τον ρώτησε... και συμπλήρωσε "μια αληθινή ιστορία"...
Ο μικρός ο οποίος είχε καθίσει τώρα στον καναπέ, δίπλα στη γηραιά κυρία, έγνεψε καταφατικά.
Και εκείνη άρχισε να λέει την ιστορία της Βασίλισσας του Χιονιού...
Maine, περίπου 100 χρόνια πριν...
Η Elizabeth Barkley ζούσε σε ένα ξύλινο σπίτι λίγο έξω από το Maine... στο δάσος της περιοχής. Έμενε μόνη... Στο Maine την αποκαλούσαν περίεργη -το γεγονός ότι δεν μιλούσε ποτέ συνέβαλε πολύ σε αυτό- και ψυχρή αλλά δεν υπήρχε κανείς που να μη θαυμάσει την απαράμιλλη ομορφιά της. Το λευκό της δέρμα και τα γαλάζια μάτια την έκαναν να μοιάζει με πορσελάνινη κούκλα...
Η Elizabeth που είχε χάσει πρόσφατα την μητέρα της -τον πατέρα της δεν τον γνώρισε ποτέ- πήγαινε μια φορά την εβδομάδα στο Maine. Στο δρόμο για το Maine περνούσε και από τα ανθρακωρυχεία της περιοχής. Οι εργάτες την θαύμαζαν, άλλοι την πείραζαν... και ένας την κοιτούσε μαγεμένος... ο νεαρός Daniel... Δεν την πλησίαζε... απλά σταματούσε τη δουλειά και την κοιτούσε αμίλητος...
Μια μέρα που η Elizabeth γυρνούσε από το Maine φορτωμένη με προμήθειες ο Daniel βρήκε το θάρρος και προσφέρθηκε να τη βοηθήσει μέχρι το σπίτι.
Από τότε άρχισαν να συναντιούνται συχνά... ο Daniel ήταν ερωτευμένος μαζί της... η Elizabeth δεν μιλούσε ποτέ... δεν είχε ακούσει κανείς ποτέ τη φωνή της.
Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς και το χιόνι έπεφτε πυκνό... η Elizabeth επέστρεφε από το Maine... Περνώντας από έξω από το ανθρακωρυχείο σταμάτησε για λίγο και με το βλέμμα της αναζήτησε τον Daniel... Ένας εργάτης που ήξερε για τους δύο και θέλοντας να κάνει πλάκα της είπε πως ο Daniel πέθανε χθες σε ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια της δουλειάς...
Η Elizabeth τότε τα έχασε και η φωνή της ακούστηκε για πρώτη φορά... η κραυγή της αντήχησε σε όλο το δάσος... τα πράγματα που κρατούσε της έπεσαν από τα χέρια και άρχισε να τρέχει προς το σπίτι της.
Το ίδιο βράδυ...
Η Elizabeth στεκόταν έξω από το ξύλινο σπίτι της... μέσα στο χιόνι που έπεφτε ακόμα πυκνό...
Κρατούσε ένα μαχαίρι... δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της...
Με μια απότομη κίνηση έκοψε τις φλέβες της... αίμα έτρεξε και έπεσε πάνω στο χιόνι βάφοντας το κόκκινο.
Εκείνη τη στιγμή από το δάσος εμφανίστηκε ο Daniel... αλλά η Elizabeth δεν μπορούσε να τον δει... το χιόνι έπεφτε τόσο πυκνό... και είχε χάσει ήδη αρκετό αίμα... σωριάστηκε πάνω στο χιόνι... ο Daniel προσπάθησε να την πλησιάσει... αλλά το χιόνι σε συνδυασμό με τον δυνατό αέρα που σηκώθηκε έκανε την προσπάθεια του να μοιάζει ακατόρθωτη...
Την επόμενη μέρα...
Το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει... ο Daniel πέθανε από το κρύο κατά τη διάρκεια της νύχτας... η χιονοθύελλα τον έριξε στο χιόνι... έχασε τις αισθήσεις του και το κρύο ήταν αρκετό για να τον σκοτώσει.
Την Elizabeth την βρήκαν οι ανθρακωρύχοι -οι οποίοι αναζήτησαν τον Daniel όταν δεν εμφανίστηκε στη δουλειά και όταν έμαθαν ότι δεν επέστρεψε στο σπίτι του-... το σώμα της Elizabeth ήταν διαμελισμένο... έγινε τμηματικά τροφή για τους λύκους...
Λίγο καιρό μετά...
Ένα ατύχημα στο ανθρακωρυχείο σκότωσε όλους τους εργάτες... όλοι μιλούσαν για το πνεύμα της Elizabeth, την οποία αποκαλούσαν πλέον Βασίλισσα του Χιονιού... το πιο περίεργο βέβαια ήταν άλλο... όσοι ανθρακωρύχοι δεν καταπλακώθηκαν στο ατύχημα γιατί δεν δούλευαν τη συγκεκριμένη μέρα βρέθηκαν παγωμένοι στα σπίτια τους...
Ο μικρός Jonathan άκουσε την ιστορία της γηραιάς κυρίας... Στην απέναντι πολυθρόνα καθόταν τόση ώρα η μητέρα του η οποία είχε επιστρέψει από την κουζίνα κατά τη διάρκεια της διήγησης. Ο Jonathan σηκώθηκε από τον καναπέ και κατευθύνθηκε ξανά στο παράθυρο... το χιόνι συνέχισε να πέφτει...
Η γριούλα σηκώθηκε από τον καναπέ... δεν είχε πιει καθόλου από το τσάι της... Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και βγήκε στο χιόνι...
Η μητέρα του Jonathan και ο μικρός έτρεξαν πίσω της... και δεν πίστευαν στα μάτια τους... Τα μαλλιά της γηραιάς κυρίας έγιναν κατάλευκα... το πρόσωπο και το δέρμα της έγινε λευκό και σφριγηλό... η γριούλα μεταμορφώθηκε σε μια νέα κοπέλα... γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε τον Jonathan και τη μητέρα του με τα γαλάζια της μάτια... Τότε η μητέρα του μικρού πρόσεξε τις χαρακιές στους καρπούς των χεριών της πρώην γηραιάς κυρίας... από τις χαρακιές άρχισε να τρέχει αίμα...
"Η Βασίλισσα του Χιονιού" ψιθύρισε η μητέρα του Jonathan...
Και τότε εκείνη που αποκαλούσαν Βασίλισσα του Χιονιού είπε μία και μόνο λέξη και εξαφανίστηκε... χάθηκε μέσα στο χιόνι... "Daniel..."
ΤΕΛΟΣ
Toymaker







1 σχόλια:
Καλή χρονιά Τοϋ μου!!!
Δημοσίευση σχολίου