ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΛΟΦΟΥ
το πρώτο post
η ιστορία θα ολοκληρωθεί σε δύο posts
Ιρλανδία, 19ος αιώνας…
Στεκόταν στην άκρη του γκρεμού… Το κύμα χτυπούσε με μανία τα βράχια. Ο δυνατός αέρας έκανε τα μακριά ξανθά μαλλιά της να ανεμίζουν και να μπλέκονται, καλύπτοντας συχνά το λευκού δέρματος πρόσωπο της.
Έστρεψε για λίγο το κεφάλι της πίσω και κοίταξε το σπίτι στο λόφο. Τώρα το βλέμμα της ήταν ξανά στραμμένο προς τη θάλασσα… έκανε ένα βήμα και έπεσε στο κενό…
Το σώμα της χτύπησε πάνω στα βράχια… και κατέληξε στο νερό… άρχισε σιγά σιγά να βυθίζεται…
Η τελευταία της σκέψη λίγο πριν πέσει στο κενό ήταν τα λόγια του συζύγου της, ο οποίος ήταν ο γιατρός του χωριού, το προηγούμενο βράδυ… «Ένας από εμάς για έναν από αυτούς»…
Σημερινή εποχή…
Η Mary έκλεισε τη βαλίτσα της.
«Elizabeth, είσαι έτοιμη;» ρώτησε την κόρη της…
Στην πόρτα του υπνοδωματίου της Mary έκανε την εμφάνιση της η Elizabeth κρατώντας μια βαλίτσα. «Έτοιμη…» είπε.
Η Mary θα περνούσε όλο το καλοκαίρι στο σπίτι του πρώην συζύγου της και πατέρα της Elizabeth ο οποίος είχε πρόσφατα μετακομίσει σε ένα ψαροχώρι στην επαρχία της Ιρλανδίας. Η Mary δεν είχε πάψει ποτέ να αγαπάει τον πρώην σύζυγο της… αλλά… υπήρχε πάντοτε ένα «αλλά»…
…………
Η Mary οδηγούσε εδώ και αρκετές ώρες. Ήταν μια ιδιαίτερα ζεστή μέρα για τα δεδομένα της Ιρλανδίας και ο αρχικός ενθουσιασμός της Elizabeth που θα έβλεπε τον πατέρα της έμοιαζε να έχει χαθεί…
«Να ‘το…» είπε η Mary και έδειξε με το δεξί της χέρι το σπίτι πάνω στο λόφο… Ήταν μια διώροφη ξύλινη μονοκατοικία στην κορυφή του λόφου… Η έφηβη πλέον Elizabeth κοίταξε προς το σπίτι… Ο πατέρας της, τους περίμενε στην είσοδο του σπιτιού. Φτάνοντας η Elizabeth κατέβηκε από το αμάξι και έτρεξε στην αγκαλιά του…
Η πόρτα άνοιξε και ο γιατρός έκανε την εμφάνιση του.
«Τι θέλετε;» ρώτησε αν και ήξερε πολύ καλά τι ήθελαν…
«Αυτήν…» του απάντησε ένας μεγάλος σε ηλικία κάτοικος και συνέχισε «αυτό το κακό πρέπει να τελειώσει… πρέπει να σταματήσει εδώ…»
Ο γιατρός δίχως να πει κουβέντα τους γύρισε την πλάτη και μπήκε μέσα στο σπίτι. Ανέβηκε με γρήγορα βήματα τα σκαλιά που οδηγούσαν στον δεύτερο όροφο της μονοκατοικίας.. προχώρησε στο διάδρομο και όταν έφτασε στο τέλος κατέβασε μια προσαρμοσμένη στο ξύλινο ταβάνι σκάλα που οδηγούσε στη σοφίτα…
Εκεί ήταν η κόρη του. Το δέρμα της ήταν λευκό και γεμάτο μαύρα ίχνη που θύμιζαν κακοφορμισμένες μελανιές… αλλά δεν ήταν μελανιές… θα έλεγε κανείς πως το δέρμα της ήταν σε κατάσταση αποσύνθεσης… στο ξυρισμένο κεφάλι της υπήρχαν σημάδια από εγκαύματα… εγκαύματα που προκαλεί το μέταλλο όταν πυρωθεί…
Η κοπέλα κοίταξε τον πατέρα της… κατάλαβε…
«Λυπάμαι πολύ…» είπε εκείνος… πλησίασε, της έπιασε με τα δυο του χέρια το κεφάλι και με μια απότομη κίνηση της το έστριψε…
Λίγα λεπτά πιο μετά θα έβγαινε από την κεντρική πόρτα του σπιτιού πάνω στο λόφο, με το άψυχο σώμα της κόρης του στην αγκαλιά του. Οι ως τότε εξαγριωμένοι κάτοικοι οπισθοχώρησαν…
Σημερινή εποχή…
Η Elizabeth εκείνο το απόγευμα είχε βγει για να περπατήσει λίγο… αλλά είχε αρχίσει να βραδιάζει και δεν είχε επιστρέψει… Η Mary είχε αρχίσει να ανησυχεί…
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ








2 σχόλια:
Μη μου πεις ότι ξαναζωντάνεψε;;;
μεχρι να δω τι συνεχεια 8α σκασω γιατι η κοπελα ηταν σε αυτην την κατασταση!
Σαδιστη!!!!
Δημοσίευση σχολίου