Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ... THE STORY SO FAR... POSTS 1-28...

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ... THE STORY SO FAR... POSTS 1-28...

"Οι Φύλακες" θα είναι ξανά μαζί σας με τα 7 τελευταία posts στις 24 και 25 Ιανουαρίου...
Εμείς θα είμαστε ξανά μαζί στις 31 Ιανουαρίου με τα "Ματωμένα Χριστούγεννα"...


ια φορά και έναν καιρό... Κάπως έτσι ξεκινούν όλα τα παραμύθια... Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για παραμύθι...
Παράλληλα με το δικό μας κόσμο, υπάρχει και ένας άλλος κόσμος... Ο Κόσμος των Ψυχών...
Ο Κόσμος των Ψυχών χωρίζεται σε δύο ημισφαίρια... από ένα ποτάμι... το Ποτάμι των Ψυχών... Στο Ποτάμι των Ψυχών περνάνε οι ψυχές του δικού μας κόσμου πριν την οριστική κρίση, πριν καταλήξουν στο Φως ή το Σκότος. Στο ένα ημισφαίριο του κόσμου βρίσκεται το υπόγειο Βασίλειο του Σκότους και στο άλλο το υπέργειο Βασίλειο του Φωτός...
Τα δύο βασίλεια επικοινωνούν μόνο με μια ξύλινη γέφυρα η οποία ξεκινάει από την πύλη του Βασιλείου του Σκότους και καταλήγει στην πύλη του Βασιλείου του Φωτός... η γέφυρα αυτή περνάει πάνω από το Ποτάμι των Ψυχών...
Στην είσοδο της κάθε πύλης, βρίσκεται ένας Φύλακας...
Ο Φύλακας του Φωτός ελέγχει το πέρασμα των ψυχών στο Φως. Φέρει δύο ζεύγη φτερών, ασημένια πανοπλία και φλεγόμενο σπαθί... Άυλο πλάσμα, δημιούργημα του Φωτός, καλύπτει το πρόσωπο του με μία μάσκα...

Φύλακας του Σκότους ελέγχει το πέρασμα των καταραμένων ψυχών στο Σκότος. Τα λευκά φτερά του έρχονται σε αντίθεση με τη σκοτεινή παρουσία του. Πρόκειται για άυλο πλάσμα...
Οι δυο φύλακες συναντιούνται μια φόρα μόνο την ημέρα στη μέση της γέφυρας και μοιράζουν τις ψυχές που κυκλοφορούν στο Ποτάμι... σύμφωνα με τη Βίβλο των Ψυχών...
Από εκεί και πέρα οι ψυχές τοποθετούνται σε ένα από τα επτά επίπεδα του κάθε Βασιλείου...
Τα δύο Βασίλεια κυβερνούν δύο Βασιλείς...
Ο Βασιλιάς του Σκότους, ο Bretene είναι κάτι ανάμεσα σε νυχτερίδα και άνθρωπο... Κατοικεί στο τελευταίο επίπεδο του Βασιλείου του Σκότους... Τρέφεται με τις καταραμένες ψυχές που κατοικούν εκεί... και οι οποίες παγιδεύονται για πάντα στο εσωτερικό του σώματος του. Ο μύθος λέει πως δημιουργήθηκε από το ίδιο το σκοτάδι...
Ο Βασιλιάς του Φωτός, o Mielure, κατοικεί στο τελευταίο επίπεδο του Βασιλείου του Φωτός. Γηραιός και τυφλός είναι δημιούργημα του Φωτός. Ο μύθος λέει πως η τύφλωση του προήλθε όταν κοίταξε κατάματα το Σκότος.... Ντυμένος με πολύτιμους λίθους, φέρει κορόνα και σκήπτρο φωτός...

κόμα μια φορά η στιγμή της συνάντησης για τους δύο Φύλακες είχε φτάσει... Φτάνοντας στη μέση της γέφυρας εμφανίστηκε όπως πάντα από το πουθενά η Βίβλος των Ψυχών... Μόνο που κάτι δεν πήγαινε καλά... Η Βίβλος που προϋπήρχε των δύο κόσμων, του δικού μας και των Ψυχών τυλίχθηκε σε μαύρες φλόγες... Άνοιξε στη μέση... στο κεφάλαιο των προφητειών... Οι δύο Φύλακες κοίταξαν... "Αυτό που δεν έχει όνομα... θα ξυπνήσει τον δαίμονα της καταστροφής και το σκοτάδι θα εξαπλωθεί και στον Κόσμο των Ψυχών και στον Κόσμο των Ommeh - γιατί έτσι αποκαλούνται οι άνθρωποι στον Κόσμο των Ψυχών-... μόνη σωτηρία, εκείνος που βρίσκεται ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς"... Και τότε η Βίβλος άρχισε να διαλύεται...
Ο Φύλακας του Φωτός μίλησε...
"Η προφητεία... Αυτό σημαίνει πως..." δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του και είδε τις ψυχές του Ποταμιού, ψυχές σκοτεινές αλλά και φωτεινές να περνάνε στο Σκότος... και το Βασίλειο του Φωτός τότε κλονίστηκε...
"Η προφητεία πραγματοποιείται... Αυτό που δεν έχει όνομα είναι εδώ..." είπε ο Φύλακας του Σκότους...

Την ίδια στιγμή στο δικό μας κόσμο...

Ο μικρός Jonathan ψηνόταν στον πυρετό... Η μητέρα του πανικοβλημένη τηλεφώνησε στο νοσοκομείο...
Ήταν πάντα ιδιαίτερα ασθενικός αλλά τον τελευταίο καιρό η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί ραγδαία...
Ξαφνικά ο μικρός ένιωσε καλύτερα... Σηκώθηκε από το κρεβάτι του και βγήκε στο χολ του σπιτιού... Είδε τη μητέρα του που μιλούσε στο τηλέφωνο κλαίγοντας...
"Μαμά... είμαι καλά... μη στεναχωριέσαι... Κοίτα με..."
Αλλά η μητέρα του δεν τον έβλεπε, ούτε μπορούσε να τον ακούσει...
Ο μικρός γύρισε πίσω στο δωμάτιο του...
Και τότε είδε κάτω από το κρεβάτι του να βγαίνει μια δέσμη φωτός... Το πιο λαμπερό φως που είδε ποτέ του...
Έσκυψε... και το φως τον τράβηξε και βρέθηκε μέσα σε ένα ποτάμι σκιών, προσώπων, γέλιων και δακρύων... ένα ποτάμι ψυχών... Μέχρι που ένα χέρι τον άρπαξε και τον έβγαλε από κει...
Ήταν ο Φύλακας του Φωτός...
Τώρα στεκόταν ανάμεσα στους δύο Φύλακες, φοβισμένος...

Φύλακας του Σκότους κοίταξε τον μικρό Jonathan και στη συνέχεια απευθύνθηκε στον Φύλακα του Φωτός... "Η προφητεία... δεν είναι νεκρός... είναι ανάμεσα στους δύο κόσμους... ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς..."
"Τι συμβαίνει που βρίσκομαι; Θέλω να πάω στο σπίτι μου..." είπε ο μικρός...
"Μη φοβάσαι μικρέ... Για να πας στο σπίτι σου θα πρέπει πρώτα να κάνουμε ένα ταξίδι..." είπε ο Φύλακας του Φωτός...
"Ένα ταξίδι;" αναρωτήθηκε ο μικρός...
"Ναι, ένα ταξίδι στο σκοτάδι" του απάντησε ο Φύλακας και το Βασίλειο του Φωτός σείστηκε ακόμα μια φορά και νέες ψυχές άρχισαν να περνούν στο σκοτάδι...
Ο Φύλακας του Φωτός πήρε τον μικρό στους ώμους του... "Δεν έχουμε πολύ χρόνο... πρέπει να βιαστούμε... Ο NessKard ο δαίμονας της καταστροφής πλησιάζει και αυτό που δεν έχει όνομα θα του ανοίξει τον δρόμο..."
Ο μικρός έδειχνε να μην καταλαβαίνει αλλά ένιωθε ασφάλεια στους ώμους του Φύλακα του Φωτός... δεν ένιωθε την ίδια ασφάλεια πάλι όταν κοιτούσε τον Φύλακα του Σκότους.

Στο δικό μας κόσμο όμως...

Ο Jonathan μεταφερόταν στο νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση...

Στον κόσμο των Ψυχών...

"Πρέπει να ξεκινήσουμε..." είπε ο Φύλακας του Σκότους... "Πρέπει να πάμε να βρούμε τον Bretene, το βασιλιά του Σκότους και το ταξίδι είναι μεγάλο..."

αι τότε προχώρησαν από τη μέση της γέφυρας προς την πύλη του Βασιλείου του Σκότους... Ο Φύλακας του Σκότους προπορευόταν... Άρχισε να χτυπάει με δύναμη τα τεράστια φτερά του... οι πύλες τυλίχτηκαν σε μαύρες φλόγες... και τότε άνοιξαν... Μια σειρά από σκαλιά οδηγούσαν στο πρώτο επίπεδο του Βασιλείου, εκεί που βρισκόταν η Κυρά των Δακρύων... η οποία αν και δημιούργημα του Φωτός κατοικούσε στο Σκότος...

Το ταξίδι είχε μόλις αρχίσει...

ι Φύλακες με τον μικρό Jonathan να βρίσκεται καθισμένος στον ώμο του Φύλακα του Φωτός, κατέβαιναν τα σκαλιά που οδηγούσαν στο πρώτο επίπεδο του Βασιλείου του Σκότους. Γύρω τους υπήρχε μόνο σκοτάδι... Ο Φύλακας του Σκότους δεν είχε ανάγκη από το φως σε αντίθεση με τον Φύλακα του Φωτός... αλλά ευτυχώς για εκείνον και τον μικρό Jonathan, ήταν φτιαγμένος από το ίδιο το Φως... Αλλά όσο εισχωρούσαν στο Βασίλειο του Σκότους, τόσο πιο αδύναμος θα γινόταν. Ο μικρός Jonathan τότε μίλησε...
"Ποιος είναι ο Nesskard;"
Ο Φύλακας του Φωτός έστρεψε το κεφάλι του προς τον μικρό και μίλησε...
Βίβλος των Ψυχών που προϋπήρχε του κόσμου αυτού και του δικού σας, αναφέρει πως κάποτε ο Κόσμος των Ψυχών ήταν τυλιγμένος στο φως, μέχρι που διεφθαρμένες και καταραμένες ψυχές έκαναν την εμφάνιση τους... και μαζί με αυτές το σκοτάδι... Τότε η Βίβλος χώρισε τον κόσμο μας στα δύο... Στο Φως και το Σκότος... Αλλά το Σκότος δεν ελεγχόταν... Η Βίβλος τότε έστειλε τον Mielure, τον Βασιλιά του Φωτός για να το αντιμετωπίσει... Στην προσπάθεια του να το ελέγξει τυφλώθηκε... Τότε η Βίβλος όρισε Βασιλιά στο Σκότος τον Bretene, τον οποίο έφτιαξε από το σκοτάδι... γιατί υπήρχε προφητεία πως το Σκοτάδι θα προσπαθήσει να εξαπλωθεί ξανά και θα το κάνει με τη βοήθεια του NessKard του δαίμονα της καταστροφής... τον δαίμονα θα ξυπνήσει Αυτό που δεν έχει όνομα... Αν ο NessKard νικήσει, το σκοτάδι θα εξαπλωθεί παντού... και θα περάσει και στο δικό σας κόσμο, και θα διαφθείρει τις ψυχές..."
Ο μικρός Jonathan κοιτούσε τον Φύλακα αμίλητος...
Ο Φύλακας συνέχισε... "Η Βίβλος όρισε δύο Φύλακες, εμάς, οι οποίοι θα διαφυλάττουν την ισορροπία, αιώνιοι φρουροί στις δύο πύλες... Αλλά η ισορροπία έχει διαταραχθεί..."

Είχαν φτάσει στο τέρμα των σκαλοπατιών... Ο Φύλακας του Σκότους τότε μίλησε...
"Φτάσαμε... Η λίμνη των Δακρύων... Το πρώτο επίπεδο του Βασιλείου του Σκότους..."
Μια ομίχλη απλωνόταν γύρω τους... Προχώρησαν λίγο ακόμα... η ομίχλη περιορίστηκε... διέκριναν μια λίμνη...
Τότε μια φωνή ακούστηκε... "Κοίτα μέσα στη λίμνη... Τα δάκρυα θα σε λυτρώσουν... Τα δάκρυα θα σε πνίξουν..."
"Η Κυρά των Δακρύων..." είπε ο Φύλακας του Σκότους...
Και τότε την διέκριναν... Στεκόταν στην άκρη της λίμνης... Ήταν λευκή στο πρόσωπο -ένα τόσο νεανικό πρόσωπο- και το σώμα, είχε λευκά μαλλιά και περιβαλλόταν από κύματα νερού... κύματα δακρύων, που την προστάτευαν...

Η Κυρά των δακρύων αιωρούμενη πλησίασε τους δύο Φύλακες...
"Ψυχές που θρηνούν, ψυχές που δεν πέρασαν στο φως, ψυχές που με τα δάκρυα τους συγχώρεση ζητούν... Φύλακα του Σκότους, Φύλακα του Φωτός, η ισορροπία έχει διαταραχθεί..."

Ο Φύλακας του Φωτός κοίταξε τον μικρό Jonathan και του μίλησε... "Ότι και αν συμβεί, μην την κοιτάξεις στα μάτια... Τη δημιούργησε το Φως, αλλά κατοικεί στο Σκοτάδι από το οποίο μαγεύτηκε... Τι και αν περιβάλλεται από το φως... μέσα της υπάρχει μόνο το Σκότος..."
Ο Φύλακας του Σκότους τίναξε τα φτερά του... "Κυρά των Δακρύων. Αποκάλυψε την είσοδο που θα μας οδηγήσει στο Δάσος των Χαμένων ψυχών..."
Το βλέμμα της Κυράς των Δακρύων έπεσε πάνω στον μικρό Jonathan...
Πλησίασε τον Φύλακα του Φωτός στον ώμο του οποίου καθόταν ο μικρός...
"Εσύ... Δεν είσαι από αυτό τον κόσμο... Έχεις έρθει από τον Κόσμο των Ommeh (*ο κόσμος των ανθρώπων)... Η προφητεία... Αυτός που δεν είναι ζωντανός... Αυτός που δεν είναι νεκρός..."

μικρός Jonathan ξεχνώντας τη συμβουλή του Φύλακα του Φωτός, την κοίταξε στα μάτια...
Το πρόσωπο της Κυράς ξαφνικά γέρασε, παραμορφώθηκε... Ο μικρός Jonathan αρπάχτηκε από τον Φύλακα φοβισμένος... Η Κυρά των Δακρύων έβγαλε ξαφνικά μια κραυγή... Γύρισε την πλάτη της στους δύο Φύλακες και άρχισε να αιωρείται πάνω από τη λίμνη... Και τότε μεταμορφώθηκε σε μαύρο κύκνο και άρχισε να χτυπά τα φτερά του... και τα νερά της Λίμνης που είχαν μετατραπεί σε αίμα χωρίστηκαν στα δύο... αποκαλύπτοντας την είσοδο για το δεύτερο επίπεδο... ένα πέρασμα στον πάτο της Λίμνης...
Όση ώρα οι Φύλακες με τον μικρό κατευθύνονταν προς τα εκεί η φωνή της Κυράς της Λίμνης ακούστηκε...
"Δύο ψυχές θα έχουν σωθεί, όταν μια άλλη βρεθεί νεκρή..."

Την ίδια στιγμή στο δικό μας κόσμο...

Στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου ο μικρός Jonathan βρισκόταν σε κώμα... Η μητέρα του βρισκόταν στο πλευρό του...

Όση ώρα οι Φύλακες με τον μικρό κατευθύνονταν προς την είσοδο για το Δάσος των Χαμένων Ψυχών, η φωνή της Κυράς της Λίμνης ακούστηκε...
"Δύο ψυχές θα έχουν σωθεί, όταν μια άλλη βρεθεί νεκρή..."

Ξαφνικά το τοπίο γύρω τους άλλαξε... Όσο περνούσαν από το ένα επίπεδο στο άλλο πλησίαζαν όλο και πιο πολύ στην καρδιά του Σκότους... "Το Δάσος των Χαμένων Ψυχών..." είπε ο Φύλακας του Σκότους... και συνέχισε...
"Εδώ κατοικούν οι ψυχές που στην πορεία της ζωής τους έχασαν το δρόμο τους, αγκάλιασαν το Σκότος και καταραμένες πλέον, περιπλανιούνται αιώνια αναζητώντας το Φως και την ελπίδα που το Σκότος τους στέρησε... Και τώρα είναι εδώ, παγιδευμένες για πάντα..."

Ο μικρός Jonathan καθισμένος ακόμα στον ώμο του Φύλακα του Φωτός κοιτούσε μαγεμένος... Το δάσος ήταν γεμάτο από δέντρα... Κάποια στιγμή νόμισε πως είδε κάτι να κινείται ανάμεσα στα φυλλώματα των δέντρων... Και πράγματι είδε...
Από τα φυλλώματα έκαναν την εμφάνιση τους μικρά φτερωτά πλάσματα... μικρές γυναικείες φιγούρες με με ένα διπλό ζευγάρι φτερά στην πλάτη τους... Περιβάλλονταν από ένα μαύρο φως...
"Κοίτα..." είπε στον Φύλακα του Φωτός...

Φύλακας του Σκότους που προπορευόταν τόση ώρα στράφηκε απότομα προς τον Φύλακα του Φωτός και τον Jonathan και μίλησε... "Μη τις αγγίζεις... Είναι οι Νύμφες του Δάσους... Μη σε ξεγελούν τα παιχνίδια τους και τα κόλπα τους... Πρόκειται για πονηρά πλάσματα... Κλέφτες της Ελπίδας τις αποκαλούν... Αυτές στερούν την ελπίδα από τις ψυχές προκειμένου να μένουν για πάντα εδώ..."
Τότε οι Νύμφες που περιτριγύριζαν τον μικρό Jonathan άρχισαν να γελούν... ένα γέλιο οξύ και δυνατό... Ο μικρός έκλεισε τα αυτιά του και τότε ο Φύλακας του Φωτός εξέπεμψε κύμα φωτός και οι Νύμφες κρύφτηκαν ξανά μέσα στα φυλλώματα... Όσο εισχωρούσαν στο Σκότος ο Φύλακας του Φωτός ένιωθε πιο αδύναμος...

Την ίδια στιγμή νόμισαν πως άκουσαν τις Νύμφες να ψιθυρίζουν... ένα κύμα Σκότους εισχώρησε ταυτόχρονα στα δέντρα... Τα κλαδιά κάποιων δέντρων κινήθηκαν... Και αυτά τα δέντρα απόκτησαν στόμα και μάτια που σχηματίστηκαν από τις ραβδώσεις στους κορμούς τους...

"Τα δέντρα είναι ζωντανά..." είπε έκπληκτος ο μικρός Jonathan...
"Οι Rebrar, οι φύλακες του Δάσους..." είπε ο Φύλακας του Σκότους...
Κάποια από τα δέντρα τότε άρχισαν να μετακινούνται χρησιμοποιώντας τις ρίζες τους για πόδια.
Σε λίγο οι Φύλακες και ο μικρός Jonathan βρέθηκαν περικυκλωμένοι από μια ομάδα δέντρων...
Το ένα από αυτά στράφηκε προς τον Φύλακα του Σκότους και μίλησε...
"Ένας Ommeh... Έφερες μαζί σου έναν Ommeh..." Στη συνέχεια το ίδιο δέντρο έσκυψε και κοίταξε τον Φύλακα του Φωτός... και τον μικρό Jonathan που εξακολουθούσε να κάθεται στους ώμους του Φύλακα...

ότε ο Φύλακας του Σκότους έκανε μια απότομη κίνηση και βρέθηκε ανάμεσα στο δέντρο και τον Φύλακα του Φωτός... και η φωνή του αντήχησε σε όλο το Δάσος...
"Φύλακες του Δάσους αφήστε μας να περάσουμε... Γιατί το τέλος των δύο Βασιλείων πλησιάζει... Αυτό που δεν έχει όνομα εμφανίστηκε και θα φέρει τον Nesskard και μαζί του την καταστροφή..."
Το δέντρο οπισθοχώρησε... Και εκείνη τη στιγμή είδαν όλα τα ζωντανά δέντρα που μέσα τους κυκλοφορούσε το Σκότος να συγκεντρώνονται... και τότε άρχισαν να συζητάνε...
"Τι συμβαίνει;" ρώτησε ο μικρός Jonathan...
"Κάνουν συμβούλιο... για να αποφασίσουν..." απάντησε ο Φύλακας του Σκότους...

Λίγο αργότερα... Το δέντρο που μίλησε πριν και το οποίο φαινόταν να είναι ο αρχηγός των Rebrar στράφηκε προς τους Φύλακες...
"Τα νέα που έρχονται από το Σκότος είναι ανησυχητικά... ο Bretene ο βασιλιάς μας βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο... Πρέπει να βιαστείτε... Στο τέλος του Δάσους θα βρείτε το Δέντρο που δημιουργήθηκε πριν από όλα... Μέσα από την κουφάλα του θα οδηγηθείτε στο επόμενο επίπεδο ..."
Οι Φύλακες χαμήλωσαν το κεφάλι ευχαριστώντας τα Δέντρα του Δάσους και άρχισαν να προχωρούν... Και τα Δέντρα οπισθοχώρησαν ανοίγοντας τους το δρόμο... Σε όλη τη διαδρομή άκουγαν τα δέντρα να σιγοψιθυρίζουν την ίδια φράση... "Δύο ψυχές θα έχουν σωθεί, όταν μια άλλη βρεθεί νεκρή..."

Κάποια στιγμή έφτασαν στο τέλος του Δάσους... Μπροστά τους βρισκόταν το πρώτο Δέντρο, αυτό που δημιουργήθηκε πριν απ' όλα... Κοίταξαν την κουφάλα του και μπήκαν μέσα...
Θα περνούσαν στο τρίτο επίπεδο του Σκότους... Το Πηγάδι των Ραγισμένων Καρδιών...


αι τότε οι δύο Φύλακες βρέθηκαν στο κενό... Άρχισαν να χτυπάνε τα φτερά τους και να αιωρούνται... Ο μικρός Jonathan κρατήθηκε από τον λαιμό του Φύλακα του Φωτός... φοβήθηκε ότι θα πέσει...
"Βρισκόμαστε μέσα στο πηγάδι..." είπε ο Φύλακας του Σκότους...
Περιτριγυρισμένοι από τα τοιχώματα του πηγαδιού, άρχισαν να κατεβαίνουν πετώντας, προσπαθώντας να φτάσουν στον πάτο του...
Ξαφνικά είδαν να σκαρφαλώνουν στα τοιχώματα σκιές...
"Ραγισμένες καρδιές από έρωτα... ψάχνουν την αγάπη αλλά είναι καταδικασμένες να μη τη βρουν ποτέ... προσπαθούν απεγνωσμένα να φτάσουν στην κορυφή του πηγαδιού και όταν το πετύχουν βρίσκονται ξανά στην αρχή..." είπε ο Φύλακας του Σκότους...

Και τότε οι σκιές σταμάτησαν να σκαρφαλώνουν... γύρισαν και κοίταξαν τους Φύλακες και τον μικρό... και όρμησαν στον Jonathan...
"Κάλυψε τον...." φώναξε ο Φύλακας του Σκότους... και ο Φύλακας του Φωτός κάλυψε τον μικρό Jonathan με το ένα φτερό του προκειμένου να τον προστατέψει από τις σκιές...

"Μην τον αφήσεις να δει..." είπε ο Φύλακας του Σκότους στον Φύλακα του Φωτός... Και οι σκιές έγιναν πιο επιθετικές... Αίμα άρχισε να τρέχει από τα τοιχώματα του πηγαδιού...
Και τη στιγμή εκείνη ο Φύλακας του Σκότους άφησε να πέσει το κάλυμμα του κεφαλιού του αποκαλύπτοντας το αληθινό του πρόσωπο... στη θέα του οποίου οι σκιές εξαφανίστηκαν και χάθηκαν μέσα στα τοιχώματα... και το αίμα σταμάτησε να τρέχει...
"Δε θα μας ενοχλήσουν άλλο..." είπε... και έβαλε ξανά το κάλυμμα του κεφαλιού του...
Και ο Φύλακας του Φωτός απομάκρυνε το φτερό που τόση ώρα προστάτευε τον μικρό Jonathan...
Φτάνοντας στον πάτο του πηγαδιού, το Σκότος τους τύλιξε... και τους μετέφερε στο επόμενο επίπεδο... το Λαβύρινθο του Φόβου...


"Οι ψυχές που κατοικούν εδώ, είναι οι ψυχές που φοβήθηκαν τη ζωή και δεν την έζησαν... περιπλανιούνται μέσα στον Λαβύρινθο, προσπαθώντας απεγνωσμένα να βρουν την έξοδο... αλλά δεν την βρίσκουν ποτέ..." είπε ο Φύλακας του Σκότους και συνέχισε... "Δεν μπορούν να δουν... είναι ψυχές τυφλές... αλλά θα αντιληφθούν την ύπαρξη του μικρού... θα αισθανθούν τη ζωή και τη θέληση για ζωή..."
Άρχισαν να προχωράνε μέσα στο Λαβύρινθο...
"Πως θα βγούμε από εδώ;" ρώτησε ο μικρός Jonathan...
"θα πρέπει να βρούμε τον φύλακα του Λαβυρίνθου... τον Bercerus..." είπε ο Φύλακας του σκότους...

Ξαφνικά βρέθηκαν περιτριγυρισμένοι από σκιές... από ψυχές... που είχαν εξωτερικά όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά αν και άυλες... αλλά δεν είχαν μάτια... στη θέση των ματιών τους υπήρχε τώρα το σκοτάδι...
Στην αρχή οι ψυχές έμοιαζαν να μην έχουν αντιληφθεί την παρουσία των Φυλάκων... μέχρι που κάποια πλησίασε τον Jonathan... και άρχισαν να πλησιάζουν και άλλες... είχαν αισθανθεί τη ζωή...
Ο Φύλακας του Φωτός ήταν έτοιμος να αντιδράσει όταν από κάπου μέσα από το Λαβύρινθο ακούστηκε ένα γρύλισμα...
Και οι ψυχές εξαφανίστηκαν... χάθηκαν στους διαδρόμους του Λαβυρίνθου...
Bercerus..." είπε ο Φύλακας του Σκότους...

Το γρύλισμα τώρα έγινε πιο έντονο... Ο Bercerus πλησίαζε...
Και τότε τον είδαν μπροστά τους...
Ένα τρικέφαλο πλάσμα... θύμιζε σκύλο αλλά δεν ήταν... τα κοφτερά του δόντια έβγαιναν έξω από το στόμα του...
Κοίταξε τους Φύλακες και στη συνέχεια τον μικρό Jonathan...
Και στη συνέχεια σαν να τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν άρχισε να τρέχει μπροστά...
"Θέλει να τον ακολουθήσουμε... θα μας οδηγήσει στην έξοδο..." είπε ο Φύλακας του Σκότους...
Και τον ακολούθησαν μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά στο Λαβύρινθο...

Κάποια στιγμή εκεί που δεν το περίμεναν ψυχές καταραμένες, ψυχές του Λαβυρίνθου έκαναν την εμφάνιση τους και όρμησαν στον μικρό Jonathan πριν προλάβει να τις αντιληφθεί και να αντιδράσει ο Φύλακας του Φωτός...
Ο Bercerus σταμάτησε να τρέχει, γύρισε και όρμησε στις ψυχές... οι οποίες αν και άυλες στα δόντια του κομματιάζονταν...
Ο μικρός ήταν ασφαλής...
Και ο Bercerus συνέχισε να τρέχει μπροστά...
Κάποια στιγμή σταμάτησε μπροστά σε έναν τεράστιο βράχο που έκλεινε το δρόμο τους οδηγώντας σε αδιέξοδο... Και έβγαλε ένα ουρλιαχτό... Και ο βράχος διαλύθηκε σε κομμάτια...
Μπροστά στα μάτια των δύο Φυλάκων και του μικρού απλωνόταν μια αχανής έρημος...
"Η έρημος της απελπισίας..." είπε ο Φύλακας του Σκότους...
Και προχώρησαν αφού πρώτα έσκυψαν το κεφάλι ως ένδειξη ευγνωμοσύνης στον Bercerus...
Και καθώς προχώρησαν τα κομμάτια του βράχου πίσω τους ενώθηκαν ξανά...

Την ίδια στιγμή στο δικό μας κόσμο...

Ο μικρός Jonathan διατηρούνταν στη ζωή με μηχανική υποστήριξη πλέον...

Η έρημος της απελπισίας...

"Η έρημος των ψευδαισθήσεων... Τίποτα απ' ότι θα δείτε εδώ δεν είναι αληθινό... Πρόκειται μόνο για εικόνες, δημιουργήματα των ψυχών... απελπισμένες ψυχές... έζησαν με ψευδαισθήσεις... η πραγματικότητα γι' αυτές ήταν δυσβάσταχτη... και τώρα αναπαράγουν αυτές τις ψευδαισθήσεις και εδώ..." είπε ο Φύλακας του Σκότους απευθυνόμενος στον Φύλακα του Φωτός και στον μικρό Jonathan...
Και τότε ο μικρός έβαλε τα κλάματα...
"Τι συμβαίνει;" τον ρώτησε ο Φύλακας του Φωτός...
"Η μαμά μου... θέλω να πάω στη μαμά μου..." είπε ο μικρός και έδειξε μπροστά...
Πράγματι αιωρούμενη μπροστά τους στη μέση της ερήμου στεκόταν μια γυναικεία μορφή...
Ο Φύλακας του Σκότους έκανε μια απότομη κίνηση με τα φτερά του, χτυπώντας τη γυναικεία μορφή, η οποία διαλύθηκε σε ψυχές... ψυχές καταραμένες...
"Μη ξεγελιέσαι μικρέ... μια ψευδαίσθηση ήταν μόνο..."
Ο μικρός σταμάτησε να κλαίει...

Συνέχισαν το ταξίδι τους...
Η έρημος έμοιαζε ατελείωτη...
"Πρέπει να βρούμε την έξοδο..." είπε ο Φύλακας του Φωτός...
Ο Φύλακας του Σκότους τότε παρατήρησε κάτι... ένα σημείο της ερήμου έμοιαζε να είναι το ίδιο... σαν να υπήρχε σε όλη τη διαδρομή... σαν να επαναλαμβανόταν... όταν όλα γύρω τους άλλαζαν... ένα σημείο με άμμο και βράχια...
Πλησίασε...
Η άμμος άρχισε να τον τραβάει...
"Η έξοδος..." είπε... "ενώ όλα γύρω μας άλλαζαν αυτό το σημείο έμενε το ίδιο..."
Ο Φύλακας του Φωτός με τον μικρό τον ακολούθησαν και σε λίγο τους κατάπιε η άμμος...

Βρέθηκαν τότε στην αρχή ενός βουνού... Το Βουνό του Μαρτυρίου...
"Είμαστε κοντά στο Σκότος..." ψιθύρισε ο Φύλακας του Σκότους...
Και μια ομίχλη τύλιξε το χώρο...

Άρχισαν να προχωράνε στο ελικοειδές δρομάκι που οδηγούσε στην κορυφή του βουνού και στο Σκότος, εκεί που κατοικούσε ο Bretene... ο Βασιλιάς του Σκότους...
Ξαφνικά το βουνό σείστηκε και τα βλέμματα των Φυλάκων και του μικρού Jonathan στράφηκαν προς την κορυφή του... και τις είδαν, ψυχές του σκότους και του φωτός να κατευθύνονται εκεί... σαν κάτι να τις τραβούσε...
"Πρέπει να βιαστούμε..." είπε ο Φύλακας του Φωτός...

Καθώς προχωρούσαν, δεξιά και αριστερά τους, συναντούσαν ψυχές... εξαντλημένες... παραμορφωμένες... αδύναμες να αντιδράσουν...
"Οι ψυχές που κατοικούν εδώ δεν γνώρισαν ποτέ στη ζωή τους το φως και αν ποτέ το γνώρισαν, δεν το αγκάλιασαν ποτέ..." είπε ο Φύλακας του Σκότους...
Είχαν φτάσει σχεδόν στην κορυφή, όταν βρέθηκαν μπροστά σε ένα άγαλμα πάνω σε βάθρο... το άγαλμα ενός σκοτεινού αγγέλου... με μαύρη ενδυμασία και δύο τεράστια μαύρα απλωμένα και ανοιχτά φτερά, που κρατούσε στα δύο του χέρια ένα σπαθί...
"Ο Κλειδοκράτορας του Σκότους..." είπε ο Φύλακας του Σκότους...

Και τότε το άγαλμα ζωντάνεψε... Ο Κλειδοκράτορας άπλωσε τα τεράστια μαύρα φτερά του και από το βάθρο του, προσγειώθηκε μπροστά στους Φύλακες και στον έκπληκτο Jonathan...
"Σας περίμενα..." είπε ο Κλειδοκράτορας... και την ίδια στιγμή οι καταραμένες ψυχές του Βουνού άρχισαν να σέρνονται και να μαζεύονται γύρω του... Σήκωσε το σπαθί του και με μία κίνηση τις έστειλε από το σκότος στη μόνιμη λήθη...
Συνέχισε να μιλάει...
"Ο Bretene... πρέπει να κάνετε γρήγορα... εγώ δεν μπορώ να απομακρυνθώ από το βάθρο, αλλά μπορώ να σας ανοίξω την πύλη για το Σκότος..."
Ο Φύλακας του Σκότους πήρε το λόγο...
"Αυτό αρκεί..."
Ο Κλειδοκράτορας κοίταξε τον μικρό Jonathan...
"Εσύ είσαι αυτός για τον οποίο μιλάει η Βίβλος των Ψυχών... Η μοίρα αυτού του κόσμου και του δικού σας είναι στα χέρια σου..."
Ο μικρός τον κοιτούσε με ένα βλέμμα γεμάτο απορία...

Τότε ο Κλειδοκράτορας στράφηκε προς την άλλη μεριά και κάρφωσε στο έδαφος με δύναμη το σπαθί του...
Στο σημείο εκείνο μια πύλη έκανε την εμφάνιση της...
"Ορίστε η πύλη που οδηγεί στο Σκότος... έχετε λίγο χρόνο για να περάσετε πριν χαθεί ξανά..."
Και τότε επέστρεψε στο βάθρο του και άρχισε να μεταμορφώνεται ξανά σε άγαλμα...
Οι Φύλακες και ο μικρός την ώρα που περνούσαν την πύλη που οδηγούσε στο τελευταίο επίπεδο του Βασιλείου, που οδηγούσε στο Σκότος, άκουσαν τη φωνή του Κλειδοκράτορα για ακόμα μια φορά...
"Δύο ψυχές θα έχουν σωθεί, όταν μια άλλη βρεθεί νεκρή..."


Και ξαφνικά οι Φύλακες βρέθηκαν στο απόλυτο σκοτάδι...
Και τότε ο Φύλακας του Φωτός, έβγαλε τη μάσκα που κάλυπτε το πρόσωπο του και ο χώρος γέμισε φως... και άναψαν παντού εστίες φωτιάς... αφού όπως αναφέρει η Βίβλος των Ψυχών, ο Φύλακας αυτός έχει δημιουργηθεί από το ίδιο το φως... προηγουμένως κάλυψε με το ένα από τα φτερά του τον μικρό Jonathan... γιατί ο Jonathan δεν έπρεπε να δει το πρόσωπο του Φύλακα και γιατί το φως θα τον τύφλωνε...
Ο Φύλακας του Φωτός τώρα ένιωθε εξαντλημένος...
Κοίταξαν γύρω τους...

Μπροστά τους εκτεινόταν ένας διάδρομος, και στο τέλος του διαδρόμου υπήρχε μια σειρά από σκαλιά που οδηγούσαν στην αίθουσα όπου κατοικούσε ο βασιλιάς Bretene...
Άρχισαν να προχωράνε...
Σε όλο το διάδρομο αντηχούσαν κραυγές... κραυγές ψυχών... ο μικρός Jonathan τρομαγμένος έκλεισε τα αυτιά του...
Κατά διαστήματα έκαναν την εμφάνιση τους παραμορφωμένες σκιές... παραμορφωμένα πρόσωπα... χέρια που προσπαθούσαν να τους αγγίξουν αλλά δεν τα κατάφερναν...

σο προχωρούσαν οι κραυγές γινόντουσαν πιο έντονες...
Ο Φύλακας του Σκότους προπορευόταν με χαμηλωμένο το κεφάλι...
Όσο πλησίαζαν στην καρδιά του Σκότους η ανησυχία του μεγάλωνε και μαζί εκείνο το προαίσθημα... κάτι κακό θα συνέβαινε...
Έφτασαν στην αρχή των σκαλιών που οδηγούσαν στην αίθουσα που κατοικούσε ο Bretene, ο βασιλιάς του Σκότους... Οι κραυγές τώρα που ακουγόντουσαν από την αίθουσα έγιναν πιο δυνατές και διαπεραστικές...

Και τότε ο χώρος σείστηκε... οι εστίες φωτιάς τρεμόπαιξαν και κάποιες από αυτές έσβησαν... Ανέβαιναν τώρα τα σκαλιά στο μισοσκόταδο... Ξαφνικά από το πουθενά σκιές, σκιές ψυχών τους προσπέρασαν και χάθηκαν... για να κάνουν λίγο μετά ξανά την εμφάνιση τους και να αρχίσουν να στροβιλίζονται γύρω από τον Φύλακα του Φωτός.
"Θέλουν τον Jonathan..." είπε ο Φύλακας του Σκότους και πλησίασε τότε τον Φύλακα του Φωτός... και άρχισε να χτυπάει με δύναμη τα τεράστια λευκά φτερά του... και οι ψυχές μπλέχτηκαν σε αυτά... και διαλύθηκαν...
"Πρέπει να βιαστούμε..." είπε ο Φύλακας του Σκότους... και συνέχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά με τον Φύλακα του Φωτός, στον ώμο του οποίου βρισκόταν πάντα καθισμένος ο μικρός Jonathan, να τον ακολουθεί...

Κάποια στιγμή έφτασαν στο τέρμα... μπροστά τους βρισκόταν ακόμα μια πύλη... μια πύλη φτιαγμένη από καταραμένες ψυχές... ο Φύλακας του Σκότους προχώρησε...και ο Φύλακας του Φωτός τον ακολούθησε... και πέρασαν στην καρδιά του Σκότους...

Και τότε τον είδαν τον Bretene, και δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν...
Ο Βασιλιάς του Σκότους, ο Bretene θύμιζε κάτι ανάμεσα σε νυχτερίδα και άνθρωπο... Η Βίβλος των Ψυχών έλεγε πως δημιουργήθηκε από το ίδιο το σκοτάδι... Καθισμένος τώρα στο θρόνο του ήταν δεμένος με αλυσίδες, ανίκανος να αντιδράσει... οι αλυσίδες ήταν φτιαγμένες από καταραμένες, σκοτεινές ψυχές...
Βλέποντας τους Φύλακες φώναξε... "Μη πλησιάζετε..."

Τότε οι Φύλακες άκουσαν κάτι... κάτι που τους έκανε να τρομάξουν... ένα γέλιο, ένα οξύ και διαπεραστικό γέλιο... το γέλιο ερχόταν από πίσω από τον θρόνο...
Ο Φύλακας του Σκότους έκανε να προχωρήσει... και τη στιγμή εκείνη αυτό που κρυβόταν πίσω από το θρόνο πετάχτηκε με μια γρήγορη κίνηση μπροστά...
Ήταν ένα μικρό, πολύ μικρό πλάσμα... -αν ήταν Ommeh θα ήταν παιδί (*Ommeh: έτσι αποκαλούνται οι άνθρωποι στον Κόσμο των Ψυχών)-... Το πλάσμα αυτό δεν είχε χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, πέρα από δύο μάτια... που εξερευνούσαν και παρακολουθούσαν ότι συνέβαινε γύρω του... Το σώμα του ήταν φτιαγμένο... από ραμμένα κομμάτια δέρματος... αφού όπως φαινόταν αυτό δεν είχε σώμα και πως θα γινόταν άλλωστε να είχε στον Κόσμο των Ψυχών...

Και τότε αυτό άρχισε να γελάει ξανά... και να μετακινείται με απίστευτη ταχύτητα από το ένα σημείο στο άλλο...
"Αυτό που δεν έχει όνομα..." είπε ο Φύλακας του Σκότους... "Η προφητεία εκπληρώνεται..." συνέχισε και στράφηκε προς τον Φύλακα του Φωτός... "Προστάτεψε τον Jonathan..."

"Αυτό που δεν έχει όνομα..." είπε ο Φύλακας του Σκότους... "Η προφητεία εκπληρώνεται..." συνέχισε και στράφηκε προς τον Φύλακα του Φωτός... "Προστάτεψε τον Jonathan..."
Τη στιγμή εκείνη Αυτό που δεν έχει όνομα σταμάτησε να μετακινείται και κοίταξε τους Φύλακες... στη συνέχεια το βλέμμα του στράφηκε στον μικρό Jonathan... και τότε έβγαλε μια κραυγή... και ένα ποτάμι ψυχών έκανε την εμφάνιση του... ψυχές του Σκότους αλλά και του Φωτός... ψυχές που κατέληγαν σε Αυτό...
"Τρέφεται με τις ψυχές..." είπε ο Φύλακας του Σκότους... και το Βασίλειο σείστηκε ξανά...

Και τότε ο Φύλακας του Σκότους άρχισε να κουνάει τα φτερά του... "Πρέπει να το σταματήσω..." είπε και κατευθύνθηκε προς Αυτό...
Αλλά Αυτό ήταν πλέον πολύ ισχυρό... και από το στόμα του βγήκε ένα κύμα σκότους και ψυχών που χτύπησε τον Φύλακα... ο οποίος συνέχισε να προχωράει...
Τότε Αυτό άρχισε να περιφέρεται γύρω του με απίστευτη ταχύτητα...
Ο Φύλακας του Σκότους το έχασε από τα μάτια του...
Και ένα ακόμα κύμα σκότους και ψυχών εκτοξεύτηκε από το στόμα Αυτού...
Και τα φτερά του Φύλακα τυλίχτηκαν σε μαύρες φλόγες... και τυλίχτηκε ολόκληρος σε μια μαύρη φωτιά... και διαλύθηκε... εξαφανίστηκε...

Ο Φύλακας του Φωτός δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί... Ο μικρός Jonathan κοιτούσε αποσβολωμένος...
Τότε Αυτό πλησίασε τον Φύλακα του Φωτός...

Φύλακας τότε με όση δύναμη του απέμεινε -γιατί στο Σκότος οι δυνάμεις του περιορίζονταν- εξέπεμψε κύμα φωτός... Και Αυτό εξαφανίστηκε...
Άκουσε τότε το γέλιο του... Γύρισε και το είδε να περνάει την πύλη που οδηγούσε στα προηγούμενα επίπεδα του Σκότους... Από πίσω του ένα ποτάμι ψυχών το ακολουθούσε...
"Κατευθύνεται προς το Βασίλειο του Φωτός... το Σκότος θα εξαπλωθεί παντού... "
Άφησε τον μικρό Jonathan για λίγο κάτω και κατευθύνθηκε προς τον Bretene, έχοντας πάντα τον μικρό δίπλα του... με μια κίνηση των φτερών του τον απελευθέρωσε από τα δεσμά του...
Ο Bretene μίλησε...
"Εγώ δεν μπορώ να σε ακολουθήσω... Αλλά πρέπει να βιαστείς... Ο Nesskard, ο δαίμονας της καταστροφής... πλησιάζει..."
Ο Φύλακας έγνεψε καταφατικά...
Ο Bretene συνέχισε... "Να περιμένεις όμως βοήθεια... τίποτα δεν έχει τελειώσει..." και κοίταξε τον μικρό Jonathan...
"Φύγετε τώρα... η μεγάλη μάχη πλησιάζει..."
Και ο Φύλακας του Φωτός πήρε στον ώμο του ξανά τον Jonathan και πέρασε την πύλη...

Και άρχισαν το ταξίδι της επιστροφής... Ο Φύλακας του Φωτός κατευθυνόταν προς το Βασίλειο του Φωτός, ελπίζοντας πως θα προλάβει να εμποδίσει Αυτό που δεν έχει όνομα... Καθώς περνούσαν την πύλη άκουσαν τη φωνή του Bretene... "Ο Nesskard... ο δαίμονας της καταστροφής πλησιάζει... Βιαστείτε... Δύο ψυχές θα έχουν σωθεί, όταν μια άλλη βρεθεί νεκρή..."

Φτάνοντας στο Βουνό του Μαρτυρίου, είδαν το άγαλμα του Κλειδοκράτορα κατεστραμμένο...

"Αυτό... όσο περνάει η ώρα γίνεται πιο ισχυρό..." είπε ο Φύλακας...
Οι καταραμένες ψυχές έμοιαζαν να ελέγχουν τώρα το χώρο... και σαν κάτι να τις τραβούσε, περνούσαν την πύλη που οδηγούσε προς την Έρημο της Απελπισίας... κατευθύνονταν έτσι προς το Βασίλειο του Φωτός... τίποτα δεν έμοιαζε ικανό να τις σταματήσει...
Και από το Βουνό του Μαρτυρίου ο Φύλακας με τον μικρό πέρασαν στην Έρημο της Απελπισίας... και από την Έρημο βρέθηκαν στο Λαβύρινθο του Φόβου...

Καθώς προχωρούσαν άκουσαν ένα γρύλισμα...
Bercerus..." είπε ο Φύλακας του Φωτός...
Και τότε τον είδαν μπροστά τους... αυτό το τρικέφαλο πλάσμα...
Και έκανε στην άκρη προκειμένου ο Φύλακας να περάσει...
Καθώς προχωρούσαν ο Φύλακας με τον μικρό Jonathan, συνειδητοποίησαν πως ο Bercerus τους ακολουθούσε...


"Νομίζω πως η συντροφιά μας μεγάλωσε..." είπε ο Φύλακας κοιτώντας τον μικρό και ο μικρός του χαμογέλασε... και ο Φύλακας τον είδε να χαμογελάει για πρώτη φορά...

Και τότε η συντροφιά άκουσε εκείνο το οξύ και διαπεραστικό γέλιο... και είδαν Αυτό να προπορεύεται... κάποια στιγμή γύρισε και τους κοίταξε για να χαθεί την ίδια στιγμή από τα μάτια τους... το ακολουθούσε ένα κύμα ψυχών...

αι από το Λαβύρινθο πέρασαν στο Πηγάδι των Ραγισμένων Καρδιών και από εκεί στο Δάσος των Χαμένων Ψυχών όπου η συντροφιά τους θα μεγάλωνε κι άλλο... γιατί τα ζωντανά δέντρα, οι φύλακες του Δάσους, οι Rebrar είχαν αποφασίσει να ακολουθήσουν τον Φύλακα του Φωτός και τον μικρό Jonathan...


Ο αρχηγός των Rebrar στράφηκε προς τον Φύλακα του Φωτός... και μίλησε...
"Το σκοτάδι έχει περάσει στο φως... Το τέλος του κόσμου μας και του κόσμου των Ommeh πλησιάζει... Τα δέντρα του Δάσους είναι στο πλευρό σας... Έχουμε πόλεμο..."
Και τα δέντρα του Δάσους κινήθηκαν... και ακολούθησαν τον αρχηγό τους...
Μπροστά προπορευόταν ο Φύλακας του Φωτός με τον Jonathan καθισμένο στον ώμο του... δίπλα τους βρισκόταν ο Bercerus...
Ανάμεσα στα κλαδιά των Δέντρων κυκλοφορούσαν οι Νύμφες... Η συντροφιά πέρασε τώρα στη Λίμνη των Δακρύων...

Αυτό που αντίκρισαν γέμισε τα δέντρα θλίψη και οργή... Ο Φύλακας του Φωτός έβγαλε από τη λίμνη την Κυρά των Δακρύων... Για την ακρίβεια έβγαλε ένα νεκρό κύκνο... που καθώς τον έβγαζε από τη λίμνη πήρε τη μορφή της Κυράς... Και σχεδόν στιγμιαία τυλίχτηκε σε μαύρες φλόγες και διαλύθηκε...
"Αυτό που δεν έχει όνομα..." είπε και συνέχισε... "δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεση μας..."

Και το βασίλειο σείστηκε ξανά και ο μικρός Jonathan για λίγο θύμισε σκιά... για λίγο θύμισε τις ψυχές που κυκλοφορούσαν στα δύο Βασίλεια... Ο Φύλακας κατάλαβε αλλά δεν είπε τίποτα...
Και εγκατέλειψαν το Βασίλειο του Σκότους...

ια φορά και έναν καιρό... Κάπως έτσι ξεκίνησε αυτή η ιστορία...
Παράλληλα με το δικό μας κόσμο, υπάρχει και ένας άλλος κόσμος... Ο Κόσμος των Ψυχών...

Ο Κόσμος των Ψυχών χωρίζεται σε δύο ημισφαίρια... από ένα ποτάμι... το Ποτάμι των Ψυχών... Στο Ποτάμι των Ψυχών περνάνε οι ψυχές του δικού μας κόσμου πριν την οριστική κρίση, πριν καταλήξουν στο Φως ή το Σκότος. Αλλά το σκότος ήταν πιο ισχυρό από ποτέ και είχε αγγίξει όλες τις ψυχές... και τις ψυχές του φωτός...
Τα δύο βασίλεια επικοινωνούν μόνο με μια ξύλινη γέφυρα η οποία ξεκινάει από την πύλη του Βασιλείου του Σκότους και καταλήγει στην πύλη του Βασιλείου του Φωτός... η γέφυρα αυτή περνάει πάνω από το Ποτάμι των Ψυχών...

Αυτό που δεν έχει όνομα
είχε διαταράξει την ισορροπία και ο δαίμονας της καταστροφής, ο Nesskard, πλησίαζε...
Δύο φύλακες, ο Φύλακας του Σκότους και ο Φύλακας του Φωτός είχαν ξεκινήσει ένα ταξίδι στο Βασίλειο του Σκότους... μαζί τους ήταν και ένας Ommeh (*έτσι αποκαλούνται οι άνθρωποι στον Κόσμο των Ψυχών)... ο μικρός Jonathan...
Αλλά ο Φύλακας του Σκότους δεν υπήρχε πια...

Όμως ο Φύλακας του Φωτός και ο μικρός Jonathan δεν ήταν μόνοι... Μαζί τους τώρα ήταν οι Rebrar... τα ζωντανά δέντρα, οι φύλακες του Δάσους των Χαμένων Ψυχών... οι Νύμφες του Δάσους... και ο Bercerus, ο φύλακας του Λαβυρίνθου του Φόβου...
Η συντροφιά είχε εγκαταλείψει το Βασίλειο του Σκότους... και είχε βρεθεί στην επιφάνεια του Κόσμου των Ψυχών... (γιατί στο ένα ημισφαίριο του κόσμου βρίσκεται το υπόγειο Βασίλειο του Σκότους και στο άλλο το υπέργειο Βασίλειο του Φωτός...)

Γύρω από το Βασίλειο του Φωτός στροβιλίζονταν ψυχές... ψυχές σκοτεινές αλλά και ψυχές του φωτός που τις είχε αγγίξει το σκοτάδι...
Το σκότος εξαπλωνόταν...
Και τότε είδαν στην πύλη του Βασιλείου του Φωτός Αυτό... στεκόταν ακίνητο και τους κοίταζε... μέχρι που ένα κύμα σκοτεινών ψυχών διέλυσε την πύλη και Αυτό πέρασε στο Βασίλειο του Φωτός...

Συντροφιά πέρασε τη γέφυρα κατευθυνόμενη προς το Βασίλειο του Φωτός...
Και πέρασαν την πύλη...
Βρέθηκαν μπροστά σε ένα μονοπάτι... Στο τέλος του, στο Φως, βρισκόταν ο Mielure, ο βασιλιάς του Φωτός...

Γηραιός και τυφλός, ο Mielure, ήταν δημιούργημα του Φωτός. Ο μύθος λέει πως η τύφλωση του προήλθε όταν κοίταξε κατάματα το Σκότος.... Ντυμένος με πολύτιμους λίθους, έφερε κορόνα και σκήπτρο φωτός...
Τα πράγματα στο Βασίλειο του Φωτός όμως είχαν αλλάξει... Γύρω τους υπήρχαν μόνο καταραμένες ψυχές... Οι ψυχές του Φωτός άλλαζαν μόλις τις άγγιζε το σκότος...
Άρχισαν να προχωράνε στο μονοπάτι...
"Πρέπει να βιαστούμε..." είπε ο Φύλακας του Φωτός...

Είχαν προχωρήσει όταν ξαφνικά δεξιά και αριστερά τους ο χώρος τυλίχθηκε σε μαύρες φλόγες... φλόγες που τους πλησίαζαν όλο και πιο πολύ...
Ο αρχηγός των Rebrar μίλησε...
"Φύλακες του Δάσους... ήρθε η ώρα να δράσουμε..." και τα ζωντανά δέντρα άρχισαν με τα κλαδιά τους να "χτυπάνε" τις φλόγες... και προχώρησαν πάνω στις φλόγες με τις ρίζες τους προκειμένου να προστατέψουν τη συντροφιά.
Τώρα τα δέντρα είχαν τυλιχτεί σε μαύρες φλόγες... Ο αρχηγός των Rebrar μίλησε ξανά...
"Φύλακα του Φωτός, φύγε... το ταξίδι για εμάς σταματάει εδώ... Ο Mielure κινδυνεύει..." και στη συνέχεια κοίταξε τον μικρό Jonathan... "Μικρέ... η σωτηρία μας εξαρτάται από εσένα..."
Ο μικρός Jonathan έδειχνε να μην καταλαβαίνει...

Ο Φύλακας του Φωτός μη μπορώντας να βοηθήσει χαμήλωσε το κεφάλι και συνέχισε το ταξίδι με τον μικρό Jonathan να βρίσκεται καθισμένος στον ώμο του...
Μαζί τους συνέχιζαν ο Bercerus και οι Νύμφες του Δάσους...

Όσο προχωρούσαν όλο και πιο βαθιά στο Βασίλειο του Φωτός τόσο πιο έντονη ήταν η παρουσία των καταραμένων ψυχών...

Την ίδια στιγμή στον κόσμο των Ommeh (*έτσι αποκαλούνται οι άνθρωποι στον Κόσμο των Ψυχών)...

μικρός Jonathan αν και βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση παρουσίαζε σημάδια ανάκαμψης αφού ο πυρετός, που ταλαιπωρούσε τον αδύναμο του οργανισμό τις τελευταίες μέρες, είχε υποχωρήσει.



Στον Κόσμο των Ψυχών...

Μέσα σε μια δίνη από καταραμένες ψυχές και με κραυγές να αντηχούν σε όλο το Βασίλειο του Φωτός, ο Φύλακας με τον μικρό Jonathan, με τις Νύμφες και με τον Cerberus συνέχιζαν το ταξίδι στο μονοπάτι, με προορισμό το Φως...
Και τότε ακούστηκε εκείνο το διαπεραστικό και οξύ γέλιο...
"Αυτό που δεν έχει όνομα..." είπε ο Φύλακας του Φωτός...

Και με το άκουσμα του γέλιου οι καταραμένες ψυχές συγκεντρώθηκαν δημιουργώντας ένα κύμα σκότους και επιτέθηκαν στον Jonathan...

Ο Cerberus, τη στιγμή που το κύμα των ψυχών πλησίαζε τον Jonathan, πήδηξε στον αέρα και μπήκε μπροστά... Το χτύπημα ήταν ισχυρό. Και το σκότος εισχώρησε στο τρικέφαλο πλάσμα... Ο Jonathan ήταν ασφαλής...
Ο Cerberus κοίταξε τον Φύλακα του Φωτός... το τρικέφαλο πλάσμα άρχισε να διαλύεται...


Ο Φύλακας του Φωτός ακόμα μια φορά χαμήλωσε το κεφάλι σαν ένδειξη ευγνωμοσύνης και προχώρησε...
Ο Φύλακας και ο μικρός συνοδεύονταν τώρα μόνο από τις Νύμφες οι οποίες περιστρέφονταν γύρω τους... Ξαφνικά βρέθηκαν περικυκλωμένοι από μια ομίχλη...

Από το βάθος, στο τέλος του μονοπατιού ακούστηκε ένας δυνατός κρότος... στη συνέχεια ακολούθησε μια έκρηξη φωτός... και μετά πάλι σκοτάδι...
Οι Νύμφες άρχισαν να ψιθυρίζουν... "Ο Mielure κινδυνεύει... Ο Nesskard, ο δαίμονας της καταστροφής πλησιάζει..."

Όσο περνούσε η ώρα, η ομίχλη γινόταν όλο και πιο πυκνή. Τότε μέσα στην ομίχλη σχηματίστηκαν πρόσωπα... πρόσωπα παραμορφωμένα... πρόσωπα καταραμένων ψυχών...
Και οι καταραμένες ψυχές επιτέθηκαν στις Νύμφες...

αι οι μικροκαμωμένες Νύμφες προσπάθησαν να αντιδράσουν αλλά μάταια... Τη στιγμή που τις διέλυε το σκοτάδι οι φωνές τους ενώθηκαν σε μία... "Δύο Ψυχές θα έχουν σωθεί όταν μια άλλη βρεθεί νεκρή..."

Ο Φύλακας με τον μικρό Jonathan έμειναν μόνοι.
Ξαφνικά επικράτησε μια περίεργη σιωπή. Και μετά εκείνο το γέλιο, και ξανά σιωπή...

Τότε άκουσαν έναν ήχο... έναν ήχο γνώριμο στο Φύλακα του Φωτός...
Ήταν ήχος φτερών... φτερών που "έδερναν" τον αέρα... Κάτι πλησίαζε και πλησίαζε γρήγορα...

"Μα πως γίνεται;" σκέφτηκε ο Φύλακας του Φωτός...

Και εκείνη τη στιγμή στο βάθος μέσα από το σκοτάδι τον είδαν...
Πλησίαζε πετώντας, με τα τεράστια λευκά φτερά του να ξεχωρίζουν στο σκοτάδι, ο Φύλακας του Σκότους...
Από κάτω, στο μονοπάτι, ο Φύλακας του Φωτός και ο μικρός Jonathan διέκριναν κάποιες μορφές να πλησιάζουν...
Cerberus..." είπε ο μικρός Jonathan.
O Cerberus προπορευόταν και από πίσω του ακολουθούσαν οι Rebrar και ανάμεσα στα φυλλώματα των κλαδιών τους βρίσκονταν οι Νύμφες...

Φύλακας του Σκότους μάζεψε τα φτερά του και προσγειώθηκε μπροστά στον Φύλακα του Φωτός και στον μικρό Jonathan...



"Μα πως είναι δυνατόν;" ρώτησε ο Φύλακας του Φωτός...
Και ο Φύλακας του Σκότους άρχισε να μιλάει...
"Αυτό που δεν έχει όνομα είναι πλέον πολύ ισχυρό... αλλά δεν γνώριζε κάτι... ότι δεν μπορεί να εξοντώσει το σκοτάδι με το σκοτάδι... Με το που εγκατέλειψε το Βασίλειο του Σκότους, το ίδιο το Σκοτάδι φρόντισε να ξαναδημιουργηθώ...
Το ίδιο συνέβη με τον Cerberus, τους Rebrar και τις Νύμφες..."

Η συντροφιά ήταν τώρα ξανά ενωμένη...

Συνεχίζεται...
Tweet This

Blog Widget by LinkWithin